Γ. Μπαμπινιώτης, H ποίηση τής Μεγάλης Εβδομάδος
H ποίηση τής Μεγάλης Εβδομάδος
Αφιερωμένο στον εικονιζόμενο δάσκαλό μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον αείμνηστο καθηγητή τής Βυζαντινής Φιλολογίας ΝΙΚΟΛΑΟ ΤΩΜΑΔΑΚΗ (1907-1993), ο οποίος μάς εισήγαγε στην ποίηση των μεγάλων υμνογράφων τού Βυζαντίου και στην ποιητική τέχνη τής Υμνογραφίας (Παράλληλα, ο Διονύσιος Ζακυθηνός μάς δίδαξε την Βυζαντινή Ιστορία και ο Αναστάσιος Ορλάνδος την Βυζαντινή Τέχνη).
Οι θεωρητικοί τού ποιητικού λόγου, από τον G. Hopkins μέχρι τον R. Jakobson, από τον Ρ. Valéry μέχρι τον Τ.S. Eliot και από τον V. Sklovsky μέχρι τον R. Barthes, έχουν δείξει ότι η ποίηση (όπως και οι άλλες τέχνες, ιδίως η μουσική) γίνεται με πολύ απλά συστατικά τής γλώσσας, εντέχνως συνταιριασμένα: με ομοιότητες και διαφορές (αντιθέσεις), με παραλληλισμούς, όπως έχουν χαρακτηριστεί από τον G. Hopkins. Με ομοιότητες κάθε μορφής: σε ήχους (παρήχηση, συνήχηση, ομοηχία), σε γραμματικές δομές (ομοιοκαταληξία, ο-μοιοτέλευτο), σε συντακτικές δομές (συντακτική παραλληλία), σε σημασιολογικά στοιχεία (συνώνυμα), σε ετυμολογικά συστατικά (ομόρριζα), σε μετρικές δομές και σε πιο απαιτητικές ομοιότητες, όπως είναι όλα τα είδη τής μεταφοράς, τής παρομοίωσης και τής εξεικόνισης. Όλες οι μορφές ομοιότητας υπάγονται στον βασικό γλωσσοεπικοινωνιακό μηχανισμό τής επανάληψης, που αποτελεί καίριο μηχανισμό τής ποιητικής γλώσσας. Στον παραλληλισμό ανήκει και η ποιητική αξιοποίηση των διαφορών, ιδίως των έντονων, ε-στιασμένων και αλληλοαποκλειόμενων διαφορών, δηλαδή των α-ντιθέσεων (αντωνύμων λέξεων, φράσεων κ.λπ.). Και αυτών η ε-νεργοποίηση συνιστά βασικό μηχανισμό τού ποιητικού λόγου.
Αυτούς τους ποιητικούς μηχανισμούς τούς βιώνουμε με τον πιο έντονο τρόπο στην εκκλησιαστική/λειτουργική ποίηση των ύμνων τής Μεγάλης Εβδομάδος, τού Παρακλητικού Κανόνος και τού Ακάθιστου Ύμνου. Άγνωστοι και γνωστοί υμνογράφοι τής Ορθόδοξης Εκκλη-σίας συνέθεσαν στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς αιώνες τούς ύμνους που ακούμε τις ημέρες αυτές. Θα επιχειρήσω μια σύντομη αναφορά στη γλώσσα αυτής τής υμνογραφικής ποίησης.
Σημασιολογικές ομοιότητες
Στον προσεκτικό ακροατή των Ύμνων τής M. Εβδομάδος γίνεται αισθητή (χωρίς να είναι πάντοτε συνειδητή) η μουσικότητα που παράγεται από την παρήχηση συγκεκριμένων φθόγγων. Είναι εμ-φανής λ.χ. η παρήχηση σε στίχους όπως:
«Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος, ὁ μαθητὴς καὶ ἐπίβουλος, ὁ φίλος καὶ διάβολος» και «Ἰούδας ὁ προδότης δόλιος ὤν, δολίῳ φι-λήματι, παρέδωσε τὸν Σωτῆρα Κύριον, τὸν Δεσπότην…» (M. Πέμπτη).
Φαίνεται στον Ακάθιστο Ύμνο, σε στίχους όπως «Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα…», με τη μουσικότητα που βγαίνει από το στοιχείο τής ετυμολογικής επανάληψης. Το ίδιο και στα εγκώμια τής M. Παρασκευής:
«θάνατον θανάτῳ θανατοῖς, Θεέ μου, θείᾳ σου δυναστείᾳ»
ή σε τροπάρια τής M. Πέμπτης:
«Ἔστησαν τὰ τριάκοντα ἀργύρια τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου, ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ».
Σωρευτική παράθεση συνωνύμων, ήτοι σημασιολογικών ο-μοιοτήτων σε επίπεδο λέξεων, έχουμε στον Ακάθιστο Ύμνο: στην προσφώνηση τής Παναγίας
«ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἀγνὴ Παρθένε».
Στον γεμάτο ταπείνωση αυτοχαρακτηρισμό τού προσευχομένου:
«μὴ βδελύξῃς με τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν ἐναγῆ, τὸν αἰσχροῖς λο-γισμοῖς καὶ λόγοις καὶ πράξεσι ὅλον ἐμαυτὸν ἀχρειώσαντα».
Στην παράκληση:
«Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογι-σμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». H σωρευτική παράθεση συνω-νύμων με διαφόρου βαθμού σημασιολογικές αποχρώσεις, όχι μόνο δεν επιβαρύνει τον λόγο, αλλά αυξάνει κλιμακωτά την ένταση των λεγομένων.
Ομοιότητες και αντιθέσεις
Περισσότερο ίσως εκφραστικό, επικοινωνιακά δε και ποιητικά πε-ρισσότερο αποτελεσματικό, μέσο είναι η χρήση αντιθέσεων:
«Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκε ὁ λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν εὗρε» (M. Πέμπτη).
Μια σειρά αντιθέσεων συνιστά το ιδιόμελο τής M. Τρίτης:
«Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συ-νεφώνει τοῖς παρανόμοις / ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον / αὕτη τὸν δεσπότην ἐπε-γίνωσκεν, οὗτος τοῦ δεσπότου ἐχωρίζετο / αὕτη ἠλευθεροῦτο καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ».
Συνήθως, όπως είναι άλλωστε αναμενόμενο, η ποιητική γραφή ακολουθεί πιο σύνθετους τρόπους, συνδυάζοντας ομοιότητες και αντιθέσεις μέσα σε εξεικονιστικό (συμβολιστικό) πλαίσιο με με-ταφορές και παρομοιώσεις. Παράδειγμα αποτελεί το γνωστό αντί-φωνο τής M. Πέμπτης κατά την περιφορά τού εσταυρωμένου:
«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας» (επανάληψη: κρεμᾶται – κρεμάσας, αντίθεση: ἐπὶ ξύλου – ἐν ὕδασι, εικόνα-παρομοίωση: ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας). «Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανόν ἐν νεφέλαις» (αντίθεση – επανάληψη – εικόνα). «Ῥάπισμα κα-τεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἧλοις προ-σηλώθη ὁ νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας».
Ανάλογος ποιητικός μηχανισμός λειτουργεί στον αίνο τής M. Παρασκευής:
«Σήμερον συνέχει τάφος τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν κτίσιν / καλύπτει λίθος τὸν καλύψαντα ἀρετῇ τοὺς οὐρανούς».
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ένας ιδιαίτερα σύνθετος όσο και συχνός παραλληλισμός στην εκκλησιαστική ποιητική μας υμνογραφία, όπως και στην κοσμική («θύραθεν») ποίηση (στον Καβάφη λ.χ. ή στον Ελύτη). Αναφέρομαι στη δομική-λειτουργική επανάληψη παράλ-ληλων συντακτικών δομών. Εν προκειμένω:
«τάφος συνέχει τὸν συνέχοντα τὴν κτίσιν παλάμῃ» (υποκείμενο – ρήμα – μετοχή – αντικείμενο – επιρρηματικό ουσιαστικό).
Ίδια απολύτως δομή:
«λίθος καλύπτει τὸν καλύψαντα τοὺς οὐρανοὺς ἀρετῇ».
Εδώ δεν είναι απλές λέξεις που επαναλαμβάνονται και συγκρί-νονται, αλλά σύνθετα δομικά (συντακτικά) σχήματα. Ό,τι πιο α-παιτητικό και λεπτό στην ποίηση, αφού η επανάληψη συντακτικών δομών είναι πλησμονή και συμμετρία νοημάτων και λογικών σχη-μάτων.
H παράκληση τού υμνογράφου
Αλήθεια, δεν είναι γνήσια ποίηση, που μπορεί να συγκριθεί επί ίσοις όροις με οποιοδήποτε λυρικό κοσμικό ποίημα, οι ακόλουθοι στίχοι τού απόστιχου ιδιομέλου τής M. Τρίτης:
«Ὁ νυμφίος, ὁ κάλλει ὡραῖος παρὰ πάντας ἀνθρώπους (…), τὴν δυσείμονά μου μορφὴν τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον (…) καὶ στολὴν δόξης κοσμήσας τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαι-δρὸν ἀνάδειξον τῆς βασιλείας σου».
Και δεν είναι ποίηση, έντονα φορτισμένη συναισθηματικά, η εξει-κόνιση τού Χριστού (σε εγκώμιο τής M. Παρασκευής) με πληγωμένο πουλί:
«Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρου-νούς».
Και η παράκληση τού υμνογράφου προς την Παναγία (Ακάθιστος Ύμνος), να γίνει λιμάνι να αγκυροβολήσουμε και να λυτρωθούμε από τα βάσανα, δεν είναι γνήσια ποίηση:
«λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι καὶ ὁρμητήριον ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος»;
H ποιητική συγκίνηση κορυφώνεται και δημιουργεί την επιθυμητή μέθεξη τού ακροατή, όταν ο υμνογράφος, με τον πιο ανθρώπινο τρόπο, παρουσιάζει τη μητέρα τού Χριστού ως γυναίκα-μάννα να μιλάει στον γιο της με θρηνητικά λόγια και προσφωνήσεις που θυμίζουν μοιρολόγια τής δημοτικής μας ποίησης: (οίκος τής M. Πέ-μπτης)
«Tὸν ἴδιον ἄρνα ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία (…) βοῶσα. Ποῦ πορεύει, τέκνον; Τίνος χάριν τὸν ταχὺν δρόμον ἐπιτελεῖς; Μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ κἀκεῖ νῦν σπεύδεις (…); Συνέλθω σοι, τέκνον, ἢ μείνω σοι μᾶλλον; Δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με ὁ ἁγνὴν τηρήσας με».
Χρησιμοποιώντας το πιο δυναμικό στοιχείο επικοινωνίας, την ερώτηση και τον διάλογο, ο υμνογράφος δίνει τις κορυφαίες στιγμές τής ποίησης τής M. Εβδομάδος: (ιδιόμελο M. Πέμπτης)
«Σήμερόν σε θεωροῦσα ἡ ἄμεμπτος Παρθένος ἐν σταυρῷ, Λόγε, (…) στενάζουσα ὀδυνηρῶς ἐκ βάθους ψυχῆς, παρειὰς σὺν θριξὶ καταξαίνουσα, κατετρύχετο (…) Διὸ καὶ τὸ στῆθος τύ-πτουσα, ἀνέκραζε γοερῶς / Οἴμοι, θεῖον τέκνον! Οἴμοι, τὸ φῶς τοῦ κόσμου! Τί ἔδυς ἐξ ὀφθαλμῶν μου, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ;»
Και αμέσως μετά:
«Υἱέ μου, ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; Οὐ φέρω καθορᾶν σε ἀδίκως σταυρούμενον».
Και ποιος δεν έχει συγκινηθεί με την ποιητικότητα των γνωστών στίχων τού επιταφίου θρήνου:
«Ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;»
Από την επαφή με αυτή την ποίηση γεννώνται εύλογα ερωτήματα. Πόσο είναι ευρύτερα γνωστή αυτή η ποίηση, η εκκλησιαστική μας ποίηση; Πόσο οι φιλόλογοι και το αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας και τα σχολικά βιβλία έχουν αξιοποιήσει –όχι θεολογικά, αλλά φιλολογικά, που θα πει λογοτεχνικά, γλωσσικά, αισθητικά– αυτή την ποίηση; Πόσο η ποίηση τόσων αιώνων ελληνικού ιστορικού βίου, εννοώ την εκκλησιαστική ποίηση τού Βυζαντίου, έχει αξιοποιηθεί σε επίπεδο λογοτεχνίας, γλώσσας, ιστορίας των κειμένων και αισθη-τικής από το σχολείο, τη Γενική Εκπαίδευση και την εν γένει επαφή με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση; Γιατί δεν πιστεύω να αμφιβάλλει κανείς ότι αυτή η δημιουργική γραφή στις καλές στιγμές της (όπως πάντα συμβαίνει) είναι κατ’ εξοχήν κομμάτι και καύχημα τής μακραίωνης ποιητικής μας παράδοσης.
Από το βιβλίο μου "Η γλώσσα μας:180 κείμενα για την γλώσσα" (Κέντρο Λεξικολογίας 2020, σ. 547--551)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου