Ασπασμός της ειρήνης. video-φύλλο εργασίας από το notebook lm


Ένα βίντεο που δημιούργησε το notebook lm με βάση το παρακάτω κείμενο του Μάνου Λαμπράκη. Στο τέλος του κειμένου υπάρχουν ερωτήσεις, φύλλο εργασίας, με βάση το βίντεο, μετά από προτροπή που έδωσα στην παραπάνω εφαρμογή, με την οποία πειραματίζομαι 

_______________

"Καταλαβαίνουμε πραγματικά, όσοι στεκόμαστε μέσα στον ναό εκείνη τη στιγμή, τι ζητά ο λειτουργός όταν εκφωνεί «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν»; Καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία, λίγο πριν από το Σύμβολον της Πίστεως, μας εισάγει στο ίδιο το μυστήριο της εκκλησιαστικής υπάρξεως; Ότι εδώ η ομολογία της πίστεως δεν νοείται ως ατομική διανοητική κατάφαση σε δογματικές αλήθειες; 

Δεν λέγεται το «Πιστεύω» από μεμονωμένες συνειδήσεις που απλώς συμπίπτουν ιδεολογικά. Η Εκκλησία απαιτεί πρώτα την ειρήνη, πρώτα τη συμφιλίωση, πρώτα την κοινωνία των προσώπων. Και μόνο τότε επιτρέπει την κοινή ομολογία του Τριαδικού Θεού. 

Το «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» δεν προηγείται χρονικά του «Πιστεύω». 

Το γεννά.

Γι’ αυτό και στη λειτουργική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας η στιγμή αυτή δεν ήταν αφηρημένη ή συμβολική. Στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου διασώζεται η εκφώνηση: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Στη Θεία Λειτουργία όμως του Αγίου Μάρκου, στην Αλεξανδρινή παράδοση, διασώζεται ακόμη πιο καθαρά η πράξη που αντιστοιχεί σε αυτή την προτροπή: ο ασπασμός της ειρήνης, το «ἀσπασώμεθα ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ, μὴ ἐν δόλῳ, μὴ ἐν ὑποκρίσει… ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης». 

Εδώ η Εκκλησία φανερώνει μια ολόκληρη ανθρωπολογία. 

Η αγάπη δεν είναι εσωτερικό συναίσθημα. 

Είναι σωματική πράξη. 

Η ειρήνη είναι εκκλησιαστικό γεγονός. 

Το σώμα εισέρχεται στην ομολογία πριν ακόμη μιλήσει το στόμα.

Πριν από περίπου τριάντα χρόνια, στην Οξφόρδη, σε Θεία Λειτουργία με προεξάρχοντα τον Κάλλιστο Γουέαρ, έζησα αυτή τη στιγμή ως ζώσα εμπειρία της Εκκλησίας. Λίγο πριν από το «Πιστεύω» υπήρξε ο κανονικός ασπασμός της ειρήνης. Φίλημα. Οι άνδρες με τους άνδρες, οι γυναίκες με τις γυναίκες. Και τότε κατάλαβα ξαφνικά πως ακόμη και πράγματα που σήμερα αντιμετωπίζουμε απλουστευτικά ή ειρωνικά όπως ο παραδοσιακός χωρισμός των θέσεων ανδρών και γυναικών μέσα στον ναό, δεν γεννήθηκαν γιατί συνδέονταν οργανικά και με αυτή τη λειτουργική πράξη. 

Ο ναός είχε χωρική μνήμη του ασπασμού. 

Η Εκκλησία οργάνωνε τον χώρο της ώστε η ειρήνη να μπορεί να δοθεί πραγματικά, χωρίς αμηχανία, χωρίς σύγχυση, χωρίς να εκκοσμικεύεται το φίλημα σε κοινωνική οικειότητα. 

Υπήρχε μια λεπτή ασκητική της εγγύτητας.

Μετά τη Λειτουργία, σε μια μικρή σύναξη φοιτητών, ο Κάλλιστος μίλησε γι’ αυτή την απώλεια όχι με τη νοσταλγία ενός λογίου που αγαπά τα παλαιά λειτουργικά έθη, αλλά με βαθιά εκκλησιολογική αγωνία.

«Χάθηκε κάτι από τη σωματικότητα της ίδιας της εκκλησιαστικής συνειδήσεως». 

Σήμερα ο ασπασμός της Ειρήνης έχει σχεδόν αποσυρθεί αποκλειστικά μέσα στο Ιερό Βήμα. Τον ανταλλάσσουν οι ιερείς μεταξύ τους και, όταν λειτουργεί επίσκοπος, με τον επίσκοπο. Δηλαδή η πράξη επιβιώνει ακόμη, αλλά αποκομμένη σχεδόν από το πλήρωμα του λαού. Ο λαός ακούει το «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους», αλλά δεν το ενεργεί. Παρακολουθεί την πρόσκληση προς ενότητα χωρίς να μετέχει σωματικά σε αυτήν. 

Η Εκκλησία κινδυνεύει να παραμείνει μια κοινότητα ορθών διατυπώσεων χωρίς την ορατή πράξη της συμφιλιώσεως που καθιστά δυνατή την ομολογία.

Ενώ η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο ορθή ομολογία. 

Είναι ορθή σχέση, ορθή ειρήνη, ορθό σώμα ενώπιον του Θεού και του αδελφού. 

Το «ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν» σημαίνει ακριβώς ότι δεν υπάρχει αληθινή δογματική ομολογία χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση της κοινωνίας. 

Η Εκκλησία δεν είναι σύναξη ατόμων που σκέφτονται τα ίδια περί Θεού. Είναι σώμα που προσπαθεί να εξέλθει από τον δόλο, την υποκρισία, τη διάσπαση και τη μυστική εχθρότητα. Γι’ αυτό και ο ασπασμός της ειρήνης είχε πάντοτε χαρακτήρα ασκητικό. Δεν ήταν εκδήλωση συναισθηματισμού. 

Ήταν υπέρβαση της αποστάσεως. 

Ήταν η στιγμή όπου το πρόσωπο δεχόταν να εκτεθεί στο πρόσωπο του άλλου πριν από την κοινή προσέλευση στο Άγιο Ποτήριο.

Μιλάμε αδιάκοπα για αγάπη, για ενότητα, για εκκλησιαστικό ήθος, αλλά συχνά φοβόμαστε ακόμη και τις στοιχειώδεις σωματικές μορφές με τις οποίες η Εκκλησία εξέφραζε αυτή την ενότητα. Φοβόμαστε την εγγύτητα, φοβόμαστε την πράξη, φοβόμαστε το φίλημα της ειρήνης, σαν να αρκεί πλέον μια εσωτερική ψυχολογική διάθεση εκεί όπου κάποτε υπήρχε εκκλησιαστικό γεγονός. 

Όμως η χριστιανική πίστη είναι πάντοτε ενανθρώπιση. 

Και η ενανθρώπιση ζητά σώμα.

Γι’ αυτό ο ασπασμός της ειρήνης πρέπει κάποτε να επιστρέψει ξανά στον λαό. 

Με διάκριση, με λειτουργική σοβαρότητα, με τον αρχαίο του τρόπο(άνδρες με άνδρες και γυναίκες με γυναίκες), όχι ως αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως αποκατάσταση μιας λησμονημένης αλήθειας. 

Πριν πούμε «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν», πρέπει να έχουμε στραφεί προς τον αδελφό χωρίς δόλο και χωρίς υποκρισία. 

Πρέπει το στόμα που θα ομολογήσει την Αγία Τριάδα να έχει προηγουμένως ασπασθεί την ειρήνη. 

Αλλιώς υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να διαφυλάσσουμε με ακρίβεια το Σύμβολο της Πίστεως, αλλά να χάνουμε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, τη σωματική πράξη που μας καθιστά ικανούς να το εκφέρουμε αληθινά ως Εκκλησία."

https://www.facebook.com/share/1D2dVoQyKT/

____________

Φύλλο εργασίας δημιουργημένο από το notebook lm:

https://docs.google.com/document/d/1FRj45V7gMgV5IVU05Cg2DSHLgubxpdbbJXzKjYqv8js/edit?usp=drivesdk


Σχόλια