Παραβολη 10 παρθένων, Μάνος Λαμπράκης
https://www.facebook.com/share/p/1GZGtBhCGp/
Στον Εσπερινό της Μεγάλης Δευτέρας η Εκκλησία μας εισαγάγει μέσα στο πιο ανησυχητικό ίσως σημείο της λειτουργικής εμπειρίας της Μεγάλης Εβδομάδας: στην καθυστερημένη εμφάνιση του Θεού, στην αναβολή της εμφανίσεώς Του, στην παιδαγωγία μιας απουσίας που δεν είναι έλλειψη, αλλά κρίση.
Χθες ακούσαμε για την άκαρπη συκή, εκείνη τη μορφή μιας υπάρξεως που διατηρεί το περίγραμμα της ζωής αλλά έχει εκπέσει από τον καρπό, δηλαδή από την εσωτερική αλήθεια του είναι της. Σήμερα, η ίδια ακριβώς προειδοποίηση μετατίθεται από το δέντρο στο πρόσωπο, από τη βλάστηση στην αναμονή, από την εικόνα της ακαρπίας στην εικόνα της αστόχαστης ετοιμότητας.
Οι δέκα παρθένες δεν είναι δύο διαφορετικά ανθρωπολογικά είδη. Είναι η διχασμένη μορφή του ίδιου εκκλησιαστικού σώματος, του ίδιου ανθρώπου, της ίδιας της ψυχής μας, η οποία ταλαντεύεται ανάμεσα σε μία παρουσία που αρκείται στο σχήμα και σε μία άλλη που εργάζεται μυστικά την εσωτερική καύση της προσδοκίας. Γι’ αυτό και η παραβολή αρχίζει όχι με την έλευση, αλλά με την έξοδο: «τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου».
Το κρίσιμο ρήμα εδώ είναι το «ἐξῆλθον».
Η Εκκλησία δεν σώζεται μένοντας κλεισμένη στην αυτάρκεια του θρησκευτικού της μηχανισμού.
Ο άνθρωπος δεν γίνεται δεκτικός του Νυμφίου όσο κατοικεί αυτάρεσκα στο εσωτερικό των βεβαιοτήτων του.
Χρειάζεται έξοδος, ρήξη, κίνηση προς τον Ερχόμενο.
Και όμως, ακόμη και αυτή η έξοδος δεν αρκεί. Γιατί μπορεί κανείς να έχει εξέλθει τυπικά, να κρατά λαμπάδα, να φέρει τη γλώσσα της πίστεως, να συμμετέχει στη λιτανεία του ιερού χρόνου, και παρ’ όλα αυτά να μην έχει μέσα του έλαιο.
Εδώ ακριβώς ανοίγεται το φοβερό βάθος της παραβολής. Το Ευαγγέλιο δεν λέει ότι οι μωρές δεν πήραν λαμπάδες, δεν λέει ότι αδιαφόρησαν πλήρως, δεν λέει καν ότι απέρριψαν τον Νυμφίο. Το τρομακτικό είναι ότι βρέθηκαν στον σωστό τόπο με τον λανθασμένο εσωτερικό τρόπο. «Αἱ μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαιον· αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν».
Όλη η παραβολή κρίνεται σε αυτή τη μικρή, σχεδόν αφανή διαφορά: στο «μεθ’ ἑαυτῶν». Δηλαδή στο εάν ο άνθρωπος κουβαλά ή όχι μαζί του την εσωτερική ουσία της σχέσεως.
Το έλαιο δεν είναι ένα ηθικό απόθεμα καλών έργων με λογιστικό χαρακτήρα, ούτε μια συσσώρευση αρετών που εξαγοράζουν την είσοδο.
Είναι η εσωτερική συνοχή της επιθυμίας για τον Θεό, η μυστική εργασία της καρδιάς, εκείνο που στην πνευματική εμπειρία δεν επιδεικνύεται αλλά καίει αθόρυβα.
Το έλαιο είναι το αντίθετο της επιφανειακής ταυτίσεως με τον τύπο. Είναι η επιθυμία που έχει αντέξει τη ματαίωση, που δεν κατέρρευσε όταν ο Άλλος δεν ήρθε την ώρα που τον θέλαμε, που δεν μετέτρεψε την αναβολή σε αγανάκτηση ή τη σιωπή σε δυσπιστία. Η Μεγάλη Εβδομάδα άλλωστε ακριβώς αυτό αποκαλύπτει: ότι ο Χριστός δεν προσφέρεται ως άμεση επιβεβαίωση των αναγκών μας, αλλά ως Νυμφίος που εισέρχεται διά του Πάθους, δηλαδή διά μιας μορφής παρουσίας η οποία πρώτα τραυματίζει τις φαντασιώσεις μας περί παντοδύναμης και ακαριαίας σωτηρίας. Γι’ αυτό και ο ύμνος της ημέρας δεν λέει απλώς «έρχεται ο Νυμφίος», αλλά «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Όχι το πρωί της διαύγειας, αλλά μέσα στη νύχτα της αμηχανίας, της κόπωσης, της σύγχυσης, της εσωτερικής απογυμνώσεως.
Το ακόμη πιο συνταρακτικό είναι ότι «χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον».
Όχι μερικές.
«Πᾶσαι».
Εδώ η παραβολή συντρίβει κάθε φαρισαϊκή βεβαιότητα.
Και οι φρόνιμες νυστάζουν.
Και οι έτοιμες κοιμούνται.
Η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε αλάνθαστους αγίους και σε επιπόλαιους αμαρτωλούς.
Η διαφορά βρίσκεται αλλού: στο τι έχει κανείς μέσα του όταν έρθει η ώρα του κλονισμού, της καθυστέρησης, της νύχτας.
Αυτό αφορά όχι μόνο το πρόσωπο του πιστού αλλά και ολόκληρη την εκκλησιαστική και πολιτική μας κατάσταση.
Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα οργανώνονται ως λαμπάδα χωρίς έλαιο: πολιτικές παρατάξεις με ακατάπαυστο λεξιλόγιο περί δικαιοσύνης αλλά χωρίς εσωτερική αλήθεια θυσίας, θεσμοί που χειρίζονται τη μνήμη ως επικοινωνιακό καύσιμο αλλά αδυνατούν να πενθήσουν πραγματικά, μια εκκλησιαστική ζωή που συχνά αρκείται στη διαχείριση του τελετουργικού αποθέματος χωρίς να αντέχει τη ρωγμή της αληθινής μετανοίας.
Υπάρχει ένας τρόπος να είσαι μέσα στην Εκκλησία και να έχεις χάσει τον Νυμφίο προτού ακόμη φανεί.
Υπάρχει ένας τρόπος να μιλάς διαρκώς για «παράδοση», για «ορθοδοξία», για «αξίες», και όλο αυτό να είναι μια λαμπάδα που σιγά σιγά σβήνει, επειδή δεν υπάρχει η μυστική ύλη που τρέφει τη φλόγα.
Το ίδιο και στην πολιτική: μπορεί ο δημόσιος λόγος να πλημμυρίζει από επικλήσεις στον λαό, στη δικαιοσύνη, στο κοινό καλό, και όμως να πρόκειται για κενούς φωτισμούς, για τεχνητές λάμψεις που δεν αντέχουν τη μεσονύκτια δοκιμασία της αλήθειας.
Ο σύγχρονος κόσμος πάσχει ακριβώς από αυτή τη διάσταση: από μια υπερπαραγωγή λαμπτήρων και μια δραματική έλλειψη ελαίου.
Από σχήματα, εικόνες, αναρτήσεις, δηλώσεις, θρησκευτικές ή πολιτικές αυτοπαρουσιάσεις, αλλά δίχως το αργό, αθέατο έργο εκείνο που καθιστά την ύπαρξη κατοικήσιμη από αλήθεια.
Γι’ αυτό η κραυγή που ακούγεται «ἐν μέσῳ τῆς νυκτός» δεν είναι απλώς ειδοποίηση.
Είναι αποκάλυψη.
«Ἰδοὺ ὁ νυμφίος, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ».
Η φωνή αυτή διαπερνά τη Μεγάλη Εβδομάδα ολόκληρη.
Τη διαπερνά λειτουργικά, καθώς από την πρώτη στιγμή δεν μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα των Παθών ως ανάμνηση παρελθόντος, αλλά ως παρόν που μας κρίνει.
Και τη διαπερνά υπαρξιακά, γιατί κάθε άνθρωπος ακούει κάποτε, σε ώρα που δεν περιμένει, αυτή την κραυγή: μέσα σε ένα πένθος, σε μια ασθένεια, σε μια κατάρρευση βεβαιοτήτων, σε μια πολιτική προδοσία, σε μια εκκλησιαστική απογοήτευση, σε μια στιγμή κατά την οποία το οικοδόμημα της αυταπάτης σπάει.
Η νύχτα της παραβολής είναι ακριβώς αυτή η ώρα όπου δεν σώζει πλέον ούτε ο ρόλος, ούτε η θρησκευτική ταυτότητα, ούτε η κοινωνική αναγνώριση, ούτε η ρητορική περί αρετής.
Σώζει μόνον η σχέση.
Μόνον αυτό που έχει ετοιμασθεί ως εσωτερική διαθεσιμότητα.
Και εδώ η παραβολή γίνεται εξαιρετικά σκληρή γιατί οι μωρές ζητούν: «δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν». Δηλαδή επιχειρούν την τελευταία στιγμή να δανειστούν εκείνο που όφειλαν να έχουν καλλιεργήσει ως προσωπική εσωτερική αλήθεια.
Αλλά υπάρχουν πράγματα στην πνευματική ζωή που δεν μεταβιβάζονται.
Δεν δανείζεται κανείς την πίστη του άλλου, ούτε τη μετάνοια του άλλου, ούτε τη θερμότητα της επιθυμίας του άλλου.
Δεν μπορείς να ζεις από το απόθεμα της μητέρας σου, του πνευματικού σου, της παράδοσης του τόπου σου, των ύμνων που ακούς, της αισθητικής συγκίνησης που σου προκαλεί η Μεγάλη Εβδομάδα, εάν μέσα σου δεν έχει αρχίσει η προσωπική εργασία της αγρυπνίας.
Με μία βαθύτερη έννοια, η παραβολή αποκαλύπτει ότι ούτε η Εκκλησία σώζει μαγικά όσους κατοικούν σε αυτήν εξωτερικά.
Η Εκκλησία είναι ο χώρος του Νυμφίου, αλλά ο Νυμφίος δεν αναγνωρίζεται από την απλή χωρική εγγύτητα, αναγνωρίζεται από το έλαιο της εσωτερικής συγγένειας.
Και όταν «ἦλθεν ὁ νυμφίος», τότε ακούγεται το πιο φοβερό ίσως σημείο: «καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα».
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα αυτής ακριβώς της θύρας. Ο Χριστός βαδίζει προς το εκούσιο Πάθος ως Νυμφίος που ανοίγει τους γάμους της Βασιλείας μέσα από τον Σταυρό, αλλά η θύρα αυτή δεν είναι αόριστη, δεν είναι ένα ατέρμονο συμβολικό πεδίο χωρίς κρίση.
Η νεωτερική μας ευαισθησία δυσκολεύεται αφόρητα μπροστά στην ιδέα της κλεισμένης θύρας, διότι έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε τον Θεό ως απεριόριστη συγκατάβαση δίχως αλήθεια, ως μια αγάπη που δεν κρίνει ποτέ, δηλαδή τελικώς ως μια αγάπη που δεν λαμβάνει στα σοβαρά ούτε το πρόσωπο ούτε την ελευθερία.
Όμως ο Χριστός της παραβολής δεν λέει απλώς «αργήσατε». Λέει: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς».
Όχι γιατί αγνοεί πληροφοριακά την ύπαρξή τους, αλλά γιατί δεν υπάρχει σχέση αναγνωρίσεως. Δεν υπάρχει εκείνη η αμοιβαιότητα της αγάπης που θεμελιώνει τη γνώση κατά τη βιβλική έννοια.
Το «οὐκ οἶδα ὑμᾶς» είναι ίσως η πιο τραγική μορφή πνευματικής αποξενώσεως: να έχεις κινηθεί γύρω από τα πράγματα του Θεού χωρίς να έχεις γίνει οικείος Του. Να έχεις περάσει από ναούς, ακολουθίες, νηστείες, δημόσιες δηλώσεις πίστεως, πολιτισμικές αναφορές στην Ορθοδοξία, και εντούτοις να μην έχει συγκροτηθεί μέσα σου η μορφή μιας ζώσας σχέσεως.
Αυτό ισχύει και για τη δημόσια ζωή.
Υπάρχει σήμερα ένας λόγος περί πατρίδας, παραδόσεως, δικαίου, λαού, πνευματικότητας, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει τίποτε από το βάθος αυτών των λέξεων.
Τις χρησιμοποιεί, αλλά δεν τις γνωρίζει.
Τις προφέρει, αλλά δεν συγγενεύει μαζί τους. Και όταν έρχεται η ώρα της κρίσεως, αυτή η ασυγγένεια αποκαλύπτεται με τραγικό τρόπο.
Γι’ αυτό το τελευταίο πρόσταγμα, «γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν», δεν σημαίνει μια νευρωτική επιτήρηση του μέλλοντος, ούτε ένα αγχώδες θρησκευτικό καθεστώς συνεχούς αυτοπαρακολούθησης.
Η αγρυπνία της Εκκλησίας δεν είναι υστερία.
Είναι ερωτική εγρήγορση.
Είναι η άρνηση να εκχωρήσει κανείς την καρδιά του στην ακαρπία της συκής, στην επιφάνεια της λαμπάδας, στην αυτοματοποίηση της θρησκευτικής συνήθειας, στην πολιτική κενότητα των μεγάλων λέξεων.
Στη λειτουργική είσοδο της Μεγάλης Εβδομάδας, η παραβολή των δέκα παρθένων μας λέει ότι το δράμα των Παθών δεν θα παιχθεί απλώς μπροστά μας, αλλά επάνω μας.
Μας λέει ότι ο Νυμφίος έρχεται μέσα στη νύχτα ενός κόσμου εξαντλημένου από παραστάσεις, από ψευδομεσσιανισμούς, από εκκλησιαστικές και πολιτικές διαχειρίσεις χωρίς έλαιο, χωρίς καρπό, χωρίς μνήμη της εσχάτης αλήθειας.
Και μας ρωτά εάν έχουμε ακόμη μέσα μας εκείνο το αθέατο, ανεπίδεικτο, καύσιμο υλικό της αναμονής. Εάν δηλαδή η πίστη μας είναι ακόμη σχέση και όχι ύφος, πληγή και όχι σύνθημα, επιθυμία και όχι πολιτισμικό στολίδι.
Η Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει έτσι: όχι με μία εύκολη παρηγορία, αλλά με μία φοβερή λεπτότητα κρίσεως. Με τη συκή από τη μία, τις παρθένες από την άλλη, και ανάμεσά τους το ίδιο αμείλικτο ερώτημα: υπάρχει καρπός; υπάρχει έλαιο; υπάρχει αλήθεια εκεί όπου ακόμη φαίνεται να υπάρχει μορφή;
Ο Νυμφίος δεν θα αργεί για πάντα. Και όταν ακουστεί ξανά μέσα στο πυκνότερο σημείο της νύχτας το «ἰδοὺ ὁ νυμφίος», τότε δεν θα κριθεί η ευγλωττία μας, ούτε η θρησκευτική μας εξοικείωση, ούτε η εκκλησιαστική ή πολιτική μας αυτοεικόνα, αλλά το εάν κατοικήσαμε πραγματικά την αναμονή Του.
https://youtu.be/y7izK33-N-4?is=NAyzyMDozYk7AIuV
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου