Ποτέ δεν αγαπούσα το Πάσχα, Πόπη Συνοδινού

 Πόπη Συνοδινού 

https://www.facebook.com/share/p/18GuKsq4ds/


("Φωτογραφία. Ετοιμασία για το πέρασμα του Επιταφίου στην Αμοργό. Δική μου"
Σχολιο της συγγραφέως από την ανάρτησή της στο Facebook)


16 Απρίλη 2014

Ποτέ δεν αγαπούσα το Πάσχα,

για μένα το να <<πάσχεις>> ήταν κάτι που είχε πυκνότητα και διαύγεια από την πιο μικρή μου ηλικία.

Η φτώχεια κι η αναγκαστική μου συμβίωση μόνο με τον ένα γονιό ήταν μια μικρή σταύρωση , αργότερα έγιναν ένα αγκάθινο στεφάνι, τα χρόνια μου στο Δημοτικό σχολείο ,από το καψονι μιας δασκάλας που είχε παντρευτεί έναν αρχιστράτηγο της χούντας καθώς και τα πειράγματα των συμμαθητών μου.

Ήμουν αρκετά παράξενο παιδί, δεν με χώραγε η σχολική ποδιά που μας μαζικοποιούσε σαν νούμερα των Εβραίων στα στρατόπεδα, μας έκανε δωρεά στην ομοιομορφία,δεν με χωρούσε η κακία των παιδιών γιατί δεν ήθελα να τους μοιάζω, τίποτε δεν με χωρούσε και σε όλα περίσσευα..

Το Πάσχα έπεφτα κάτω σαν από ίλιγγο στην μυρωδιά του επιταφίου, η συνοδεία όλου του κόσμου στον επιτάφιο ,μου φαινόταν μια πικρή ειρωνεία.

Στην πρώτη δημοτικού, θυμάμαι πως διερωτηθηκα προς τι όλη αυτή η επιτήδευση λύπης και θρήνου.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, ας είναι καλά κι εκείνη η ευλογημένη γειτόνισσα που διέθετε τηλεόραση κι έβλεπα αργότερα σε σήριαλ το έργο του Καζαντζάκη..

Ο Χριστός σταυρώνεται κάθε ημέρα , οι πόρνες , οι φτωχοί, οι ορφανοί από γονεις κι από τον εαυτό τους, οι βαριά ασθενείς κι οι χιλιοαδικημένοι , οι βαριά αισθηματιες, οι ευαίσθητοι ,το ξέρουν καλά.

Οι χώρες που σπαράζονται από εμφύλιους, από στρατιωτικά καθεστώτα , από ανύπαρκτες δημοκρατίες,το ξέρουν καλά.

Προς τι αυτή η επιτήδευση του πόνου και του θρήνου αφού η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται.

Πάντα ένας σταυρός , ένας Ιούδας , ο Χριστός κι ένας λαός σε αποκτήνωση κι αποβλάκωση , τα δάνεια και τα μνημόνια.

Μόνο μια σταύρωση έζησα σε όλο της το μεγαλείο.

Στο έχω ξαναπεί ίσως..

Όταν πέθανε ο πατέρας μου στην Αθήνα από καρκίνο στα 57 του ο γιατρός δεν επέτρεπε να πούμε τίποτε στον παππού που ήταν στο νησί, γιατί ήταν βαριά άρρωστος από την καρδιά του.

Στην γιαγιά το είπαν σχεδόν αμέσως στο τηλέφωνο.

Όλη η Αμοργός περνούσε από το σπίτι τους για τα συλλυπητήρια.

Κι όλα τα λόγια σφυριχτά και σιγανά μην ακούσει κάτι ο παππούς που στηριζόταν από το οξυγόνο ,ξαπλωμένος στο ντιβάνι του.

Είμαι πολύ σίγουρη πως το διαισθάνθηκε, ρωτούσε συνεχώς στα τελευταία του, πότε πια μωρέ θα ρθει αυτό το παιδί από την Αθήνα, πότε θα τελειώσουν οι εξετάσεις του; Μα πήγε για εξετάσεις κι έμεινε εκεί;

Η γιαγιά όταν έμαθε το μαύρο νέο κατέβηκε στο κοτέτσι και ούρλιαξε για να μην ακουστεί από τον γέρο της.

Το χωριό όλο ανατρίχιασε για τον μαρτυρικό πόνο που δεν γινόταν να μοιραστεί. Η θεία μου η Ρίτα,η αγαπημένη γύρισε από την κηδεία στην Αθήνα φορούσε μαύρα, κι ο παππούς την ρώτησε το γιατί. Το φευγαλέο (είναι μόδα τα μαύρα πατερα) το είπε με σπασμένο κρυφό λυγμο κι εκείνος φυσικά διερωτήθηκε από ποτέ ενδιέφερε την θεία η μόδα..Προφανώς έκανε πως το πίστεψε ..

Λίγο αργότερα πέθανε κι ο παππούς. Πήγαμε στο νησί τα εγγόνια και τα παιδιά του.

Φυσούσε κι έβρεχε κολασμένα όταν φτάσαμε στο λιμάνι και 

τα στεφάνια μας κινδύνευαν να πέσουν στην θάλασσα .

Στο ταξί μέσα ,νεκρική σιωπή.

Φτάσαμε στο φτωχικό μα λατρεμένο σπίτι. Η πόρτα ανοιχτή κι ο αέρας κι η βροχή δυνατά μαστίγια ανταγωνίζονταν με αυτά της ψυχής μας..

Πέρασα το πλατύσκαλο και τον είδα ξαπλωμένο στο φέρετρο..

Γύρω γύρω γνωστοί και συγγενείς.

 (ΉΡΘΑΝ ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΥ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΣΟΥ), είπε η γιαγιά φωνάζοντας.

Και τότε μέσα από τα δάκρυα μου ξαναείδα την τραγιάσκα του και την χυμένη γαλήνη

 στο πρόσωπο του κι ήρθαν οι μυρωδιές από τα λουλούδια που τον πλαισίωναν και με μεθυσαν όπως στον Επιτάφιο. Ήταν στην μέση του δωματίου ξαπλωμένος μέσα σε γαλήνη στο φέρετρο. Ήταν ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος , τόσο που δεν φοβήθηκα εκείνη την στιγμή τον θάνατο..

Ένα μέρος της καρδιάς μου έσπασε για πάντα.

Έκλαψα όλη την νύχτα όπως οφείλει κάθε άνθρωπος να κάνει για κάποιον που ΛΑΤΡΕΨΕ.

Ξημέρωσε.

Πήραν οι άντρες το φέρετρο στους ώμους και ξεκίνησαν για την εκκλησία.

Εγώ είχα την γιαγιά αγκαζέ.

Σε λίγο, περάσαμε μπροστά από το σπίτι και μαραγκουδικο ,του πατέρα μου.

Λειχήνες απλωμένες παντού στους τοίχους , μούχλα, κι ένα κτίριο στα γόνατα.

Σαν να είχε διαβάσει τους δυο θανάτους κι αυτό ,κι έπαιρνε μέρος στο πένθος.

Τότε η γιαγιά είπε φωνάζοντας. Κι οι άντρες σταμάτησαν κι όλη η μικρή ακολουθία των ανθρώπων.

 (ΣΤΑΜΑΤΉΣΤΕ ΝΑ ΔΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΙΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΌ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ. ΒΓΕΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΩΣ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ.

ΒΓΕΣΣΣΣΣΣΣ ΠΑΙΔΑΚΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ ΜΟΥ).

Όλοι κοιτούσαμε στο μπαλκόνι μήπως βγει ο πατέρας μου, τόσο είχαμε υποβληθεί στην ατμόσφαιρα του θρήνου της, συγκλονισμένοι από την φωνή μιας μάνας που δεν μπόρεσε όλον τον καιρό να κλάψει το παιδί της και μπορούσε τώρα, τώρα θρηνούσε ουσιαστικά και για τους δυο τους.

Κι από τότε έσπασε κι ένα άλλο μέρος της καρδιάς μου.

Εκείνο το γεγονός ήταν ο δικός μου επιτάφιος κι όσο θα υπάρχω θα υπάρχει μέσα μου σαν μνήμη....

όταν μπήκε ο παππούς στην βάρκα για την μαύρη λίμνη , τού έριξα κι εγώ χώματα, δεν έφευγα από εκεί ώσπου με πήραν με το ζόρι οι υπόλοιποι.

Τώρα χρειαζόταν δύναμη η γιαγιά μου...

Πολλά χρόνια μετά ναι, το συνειδητοποίησα καθαρά.

Αυτός ήταν ο δικός μου επιτάφιος..

Ένα μικρό κι απλό κείμενο, γραμμένο την ακριβή μνήμη του παππού μου Μιχάλη και της γιαγιάς μου Καλλιόπης Συνοδινού.

Τα κομμάτια της καρδιάς μου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Σας εύχομαι..", του Ζακ Μπρελ

Μάνος Λαμπράκης, συγχώρεση

Διδακτική πρόταση, της Κατερίνας Βαρελα