Η ομορφιά της τέχνης, η ομορφιά των μαστόρων. Γιώργος Κόρδης

Κείμενο κ φωτογραφία Giorgos Kordis:


ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Ήρθαμε για δουλειά στην Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Τώρα με τα σημερινά μέσα μεταφοράς είναι κοντά. Παλιά, τότε που οι άνθρωποι ταξίδευαν ακόμα και με ζώα αλλά και με τα πόδια, ήταν μακρυά. 

Ήρθαμε για δουλειά, να αγιογραφήσουμε, κατά πως λένε σήμερα οι άνθρωποι, μια την ορθόδοξη νεόδμητη εκκλησία των Τριών Ιεραρχών. 

Οι άνθρωποι εδώ, παρέχοντας Αβραμιαία φιλοξενία, μας έβαλαν να καταλύσουμε σε ένα ξενοδοχείο δίπλα στον ναό. Καλωσύνη τους.  

Το ξενοδοχείο είναι ανακαινισμένο παλιό αρχοντικό πολυόροφο κάποιου αιώνα μεταξύ του 17ου και 19ου. Μένουμε σε δωμάτια του δεύτερου ορόφου. 

Συχνά, κι όταν η κούραση από την εργασία στα αναβατόρια και στις σκαλωσιές δεν μας έχει πλήρως εξαντλήσει, ανεβαίνουμε στον όροφο με τα πόδια από μια μεγάλη σκάλα φτιαγμένη εξ ολοκλήρου με κόκκινο μάρμαρο που μαρτυρα και την παλαιά δόξα του κτιρίου. 

Έβρεχε και σήμερα και καθώς το πολωμένο απο τα βαρειά σύννεφα φως εισήρχετο δειλά στο κλιμακοστάσιο και χάϊδευε τα μάρμαρα θεωρούσα τα ωραία γεγλυμμένα στοιχεία της σκάλας, Τις γωνίες των σκαλοπατιών, την κουπαστή και άλλα και ο νους ξεστράτισε αλλού. 

Παλιά σκέφτηκα οι μαστόροι κάνανε καλά την δουλειά τους όπως και τώρα την κάνουμε πολλοί άνθρωποι των τεχνών, καλών τε και κοινών. 

Η διαφορά είναι πως τότε η μόνη μάλλον ικανοποίηση των μαστόρων ήταν η ευχαρίστηση που παίρνανε από την ομορφιά που φτιάχνανε τα χέρια τους έστι καθώς δουλεύανε ώρες ατέλειωτες μόνοι ή σε μικρές ομάδες. 

Κάνανε την δουλειά τους, τη χαιρότανε, και γυρίζανε σπίτια τους να ξαποστάσουν χωρίς να έχουν πολλά να που και κυρίως χωρίς να έχουν τίποτα να δείξουν σε κανέναν δικό τους ή μακρυνό ξένο αφου φωτογραφίες δεν είχανε και συχνά οι δουλειές ήταν μακρυά. Κάνανε την δουλειά τους και περνούσαν την ζωή τους οι πολλοί των μαστόρων χωρίς τιμές πολλές και δόξες υπερβολικές. Ίσως, κάποτε κάποτε να τους παραδεχόταν το συνάφι και να τους καλούσαν και δημόσια μαστόρους. Ίσως σπάνια και που να τους επαινούσε κάποιος ευχαριστημένος πελάτης. Όχι πολλά πράγματα. 

Ησυχάζανε, φαντάζομαι, με την κρυμμένη στην καρδιά τους ικανοποίηση πως κάνανε ωραία πράγματα που άρεσαν σε όσους τα ζητήσανε. 

Έτσι, θαρρώ, πορευότανε οι παλιοί μαστόροι ξεκουραζόμενοι μέσα στην τέχνη τους με παρηγορία και χαρά την ίδια την τέχνη τους. 

Ύστερα ήρθανε τα μέσα "κοινωνικής" δικτύωσης και οι άνθρωποι όσοι κάνουν πράγματα-και όλοι κάνουν πράγματα- δεν αρκούνται να φτιάχνουν τα πράγματα και να παίρνουν χαρά από αυτά και την ομορφιά τους. 

Δεν φροντίζουν πιά οι άνθρωποι να εργαστούν σκληρά και επί μακρόν για να ωριμάσουν ώστε να φτιάχνουν ωραία χειροτεχνήματα που να ανακεφαλαιώνουν σε αυτά την τέχνη των αιώνων και να έχουν επάνω τους την σφραγίδα της καρδιάς και τον τίμιο ιδρώτα τους. Βιάζονται οι άνθρωποι που κάνουν πράγματα να δείξουν όσα κάνουν, όσα γράφουν, όσα φαντάζονται. 

Κι αυτή μοιάζει να είναι η μόνη χαρά που έχουν πιά οι άνθρωποι που κάνουν πράγματα-και όλοι οι άνθρωποι κάνουν πράγματα.

Μπορεί βέβαια και να σφάλλω. και για τους παλιούς και για τους νέους μαστόρους. 

Ποιός άλήθεια ξέρεις να διαβάζει τα σπλάχνα των βροτών!  

Παλαιό διακοσμητικό κουτί Bauhaus, 1930. Γερμανία.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μια πολύ διδακτική ιστορία, Λένα Διβάνη

Αλεξάνδρα Γαβρίλη, Κατάκαρδα

Όνειρα, σχολείο, μάθημα, φαντασία. Δύο ομιλίες