Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΕΣ , Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΕΣ

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 

Έρχεται μια στιγμή στη ζωή όλων μας που ο εξωτερικός κόσμος αρχίζει σιγά σιγά να σωπαίνει. Μπορεί να συμβεί ένα βράδυ στις τρεις το πρωί, σε μια μοναχική διαδρομή με το αυτοκίνητο, μπροστά σε μια σκηνή μιας ταινίας που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μας κάνει να δακρύσουμε. Μπορεί να είναι ένα πρόσωπο στον δρόμο που κάτι ανακινεί μέσα μας, μια μουσική που ανοίγει μια πόρτα που νομίζαμε πως είχαμε κλείσει ή ένα όνειρο που επιμένει να επιστρέφει.

Και τότε κάτι εμφανίζεται. Όχι ακριβώς σαν σκέψη ούτε σαν ανάμνηση. Περισσότερο σαν παρουσία. Σαν κάτι που ήταν από πάντα εκεί και περίμενε να ησυχάσει ο θόρυβος για να μπορέσουμε επιτέλους να το ακούσουμε.

Ο Jung γνώριζε καλά αυτή την εμπειρία. Αναφερόμενος στα χρόνια της βαθιάς καταβύθισής του στον εσωτερικό του κόσμο, έγραψε πως ήταν τα σημαντικότερα χρόνια της ζωής του, γιατί τότε αποφασίστηκαν όλα τα ουσιώδη. Και πρόσθετε κάτι ακόμη πιο απαιτητικό: οι εικόνες του ασυνειδήτου μάς επιφορτίζουν με μια ευθύνη. Αν αρνηθούμε να τις καταλάβουμε, αν αποφύγουμε την ηθική ευθύνη που φέρουν μαζί τους, στερούμαστε κάτι από την ολότητά μας. Και τότε η ζωή αρχίζει να βιώνεται κατακερματισμένη.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα να αποδεχτούμε: ότι το ασυνείδητο δεν μας μιλά μόνο για όσα μας συνέβησαν. Μας μιλά και για όσα δεν συνέβησαν ποτέ. Για τη ζωή που θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει. Για τον άνθρωπο που θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει. Για όλα εκείνα που κάποτε εμφανίστηκαν μέσα μας σαν επιθυμία, έρωτας, δημιουργικότητα, περιέργεια ή τόλμη κι εμείς τους απαντήσαμε πως δεν γίνεται, πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, πως έχουμε υποχρεώσεις, πως ίσως αργότερα. Και το «αργότερα» έγινε χρόνια. Ύστερα δεκαετίες.

Στο μεταξύ μπορεί να γίναμε εξαιρετικά λειτουργικοί. Ο υπεύθυνος άνθρωπος, ο αξιόπιστος, εκείνος που δεν καταρρέει, που φροντίζει τους άλλους αλλά δυσκολεύεται να ζητήσει να τον φροντίσουν. Εκείνος που μετέτρεψε τις πληγές του σε σοφία και τη θλίψη σε μια ήρεμη ανθεκτικότητα που οι άλλοι θαυμάζουν. Μπορεί μάλιστα να παίξαμε τόσο καλά αυτόν τον ρόλο, ώστε κάποια στιγμή πιστέψαμε κι εμείς πως αυτό είμαστε. Μόνο αυτό.

Το ασυνείδητο, όμως, δεν εντυπωσιάζεται από το βιογραφικό μας. Κρατάει έναν διαφορετικό λογαριασμό. Θυμάται το τραγούδι που δεν τραγουδήσαμε, το ταξίδι που δεν κάναμε, το σώμα που δεν αφήσαμε να χαρεί, το «όχι» που καταπιήκαμε, το «σ’ αγαπώ» που δεν είπαμε. Θυμάται τον έρωτα που εγκαταλείψαμε επειδή ήταν επικίνδυνος, το έργο που δεν αρχίσαμε επειδή φοβηθήκαμε πως δεν θα είμαστε αρκετά καλοί, τον άνθρωπο που κάποτε θέλησε να γεννηθεί μέσα μας και στον οποίο εξηγήσαμε πολύ λογικά γιατί δεν ήταν η κατάλληλη εποχή για γεννήσεις.

Μόνο που αυτός ο άνθρωπος δεν πεθαίνει. Περιμένει.

Το ασυνείδητο έχει απέραντη υπομονή. Μπορεί να περιμένει είκοσι χρόνια, τριάντα, σαράντα, και κάποια νύχτα, όταν ο θόρυβος της ημέρας έχει κοπάσει, να καθίσει πάλι δίπλα μας και να ψιθυρίσει: «Με θυμάσαι;»

Γι’ αυτό η ζωή που δεν ζήσαμε επιστρέφει συχνά μεταμφιεσμένη. Σαν όνειρο, σαν ανεξήγητη λαχτάρα, σαν μια δυσανάλογη συγκίνηση μπροστά σε κάτι φαινομενικά ασήμαντο. Κάποτε ακόμη και σαν ζήλια ή θυμός. Υπάρχουν άνθρωποι που μας ενοχλούν όχι επειδή είναι τόσο διαφορετικοί από εμάς, αλλά επειδή ζουν κάτι δικό μας που εμείς κάποτε εξορίσαμε. Βλέπουμε επάνω τους την ελευθερία που φοβηθήκαμε, την τόλμη που καταπνίξαμε, την επιθυμία που δεν επιτρέψαμε στον εαυτό μας.

Εδώ βρίσκεται ίσως μια από τις βαθύτερες σημασίες της γιουνγκιανής Σκιάς. Έχουμε συνηθίσει να τη φανταζόμαστε σαν το σκοτεινό υπόγειο όπου κρύβονται η επιθετικότητα, η ζήλια και όλα όσα δεν ταιριάζουν στην πολιτισμένη εικόνα που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας. Όμως στη Σκιά δεν θάβουμε μόνο τα σκοτεινά μας κομμάτια. Θάβουμε και πολύτιμα πράγματα: την τρυφερότητα, την τόλμη, τη δημιουργικότητα, την επιθυμία, την ικανότητά μας να παίζουμε, να ερωτευόμαστε, να ρισκάρουμε, να λέμε όχι, να εγκαταλείπουμε ό,τι έχει πεθάνει και να αρχίζουμε ξανά.

Αρκετοί άνθρωποι έχουν θάψει στη Σκιά τους όχι το τέρας τους αλλά το παιδί τους. Άλλοι τον καλλιτέχνη. Άλλοι τον εραστή. Άλλοι τον επαναστάτη. Γι’ αυτό η συνάντηση με τη Σκιά δεν είναι μόνο μια συνάντηση με όσα φοβόμαστε ότι είμαστε. Είναι και μια συνάντηση με όσα φοβηθήκαμε να γίνουμε.

Αυτό γίνεται περισσότερο οδυνηρό στο δεύτερο μισό της ζωής. Στα πρώτα χρόνια μπορούμε να ξεφεύγουμε πιο εύκολα από τον εαυτό μας. Σπουδές, δουλειά, παιδιά, σχέσεις, φιλοδοξίες, σπίτια, υποχρεώσεις. Ο κόσμος απαιτεί διαρκώς κάτι από εμάς και αυτή η απαίτηση μπορεί να γίνει ένα θαυμάσιο καταφύγιο από τα ερωτήματα που δεν θέλουμε ακόμη να ακούσουμε.

Ώσπου κάποτε τα πράγματα αρχίζουν να αραιώνουν. Τα παιδιά φεύγουν. Οι στόχοι που κάποτε έμοιαζαν τεράστιοι επιτεύχθηκαν ή έπαψαν να έχουν σημασία. Άνθρωποι χάνονται. Το σώμα αλλάζει και μας θυμίζει ότι ο χρόνος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Και τότε η ερώτηση αλλάζει. Δεν είναι πια «Τι θα κάνω στη ζωή μου;». Είναι «Τι έκανα με τη ζωή που μου δόθηκε;». Και πίσω από αυτήν κρύβεται μια ακόμη δυσκολότερη: «Πόσο από εμένα έζησε πραγματικά;»

Ίσως αυτή να είναι η μεγάλη πρόκληση της ωριμότητας. Όχι να γίνουμε καλύτεροι, αλλά περισσότερο ολόκληροι. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να είναι καλός, υπεύθυνος, επιτυχημένος και αγαπητός και παρ’ όλα αυτά να κατοικεί μόνο σε δύο δωμάτια ενός τεράστιου σπιτιού που είναι ο εαυτός του. Τα υπόλοιπα τα έχει κλειδωμένα. Σε ένα δωμάτιο βρίσκεται η επιθυμία, σε άλλο ο θυμός, σε άλλο η τρυφερότητα, σε άλλο η δημιουργία. Και σε κάποιο τελευταίο δωμάτιο, που χρόνια αποφεύγει ακόμη και να πλησιάσει, βρίσκεται η ζωή που δεν έζησε.

Από εκεί μέσα ακούγεται πότε πότε ένας θόρυβος. Ένα όνειρο που επανέρχεται. Μια ανεξήγητη θλίψη. Μια παράξενη ανησυχία. Μια επιθυμία να φύγουμε χωρίς να ξέρουμε πού. Δεν σημαίνει βέβαια ότι κάθε σύμπτωμα είναι ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα του ασυνειδήτου ούτε ότι κάθε όνειρο είναι χρησμός. Η ψυχή δεν είναι λεξικό συμβόλων. Υπάρχουν όμως στιγμές που αξίζει να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε: κι αν αυτό που με ταράζει δεν ήρθε μόνο για να φύγει; Κι αν ήρθε για να το ακούσω;

Η ευθύνη απέναντι στον εσωτερικό μας κόσμο δεν σημαίνει να υπακούσουμε τυφλά σε κάθε επιθυμία ούτε να εγκαταλείψουμε ανθρώπους και δεσμεύσεις στο όνομα μιας υποτιθέμενης «αυθεντικότητας». Σημαίνει κάτι δυσκολότερο: να μην προσποιούμαστε ότι δεν ακούσαμε. Να μπορούμε να καθίσουμε απέναντι σε εκείνο που αναδύεται μέσα μας και να του πούμε: «Σε βλέπω. Δεν ξέρω ακόμη τι ζητάς από μένα. Αλλά δεν θα κάνω πια πως δεν υπάρχεις».

Ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη ηθική ευθύνη για την οποία μιλούσε ο Jung. Όχι απλώς η υποχρέωση να είμαστε καλοί, αλλά η ευθύνη να μη ζήσουμε πλαστογραφώντας τον εαυτό μας. Να μη φτάσουμε κάποτε στο τέλος μιας άψογα τακτοποιημένης ζωής και ανακαλύψουμε πως εκείνος που την έζησε ήταν μόνο ένα μικρό, αποδεκτό κομμάτι αυτού που θα μπορούσαμε να είμαστε.

Γιατί στο τέλος δεν μας στοιχειώνουν μόνο οι άνθρωποι που χάσαμε ή οι πληγές που δεν θεραπεύσαμε. Μπορεί να μας στοιχειώσουν και οι εκδοχές του εαυτού μας που κάποτε χτύπησαν την πόρτα κι εμείς δεν τους ανοίξαμε.

Και ίσως γι’ αυτό, όσο υπάρχει ακόμη χρόνος, αξίζει πότε πότε να κατεβαίνουμε στο υπόγειο του εαυτού μας. Όχι για να νικήσουμε το σκοτάδι ούτε για να σκοτώσουμε τα τέρατα που φανταζόμαστε ότι κατοικούν εκεί. Αλλά για να ανάψουμε ένα μικρό φως και να κοιτάξουμε. Γιατί μπορεί να ανακαλύψουμε πως τόσα χρόνια μέσα στο σκοτάδι δεν μας περίμενε ένα τέρας. 

Μας περίμενε μια ζωή.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

3 βιβλία για την ιστορικότητα του Ιησού

Δυνατότητα επιλογής, ΦΕΚ

Μουσική εκδήλωση στη Ρόδο, μνήμες ζωής