Για το γονατιστό προσκύνημα στην Τήνο
Δ.Καλαϊτζάκης
"Βλεπω τετοιες μερες καθε χρονο, πολλους να γραφουν στα σοσιαλ μιντια για ολους εκεινους που πηγαινουν με τα γονατα.... στην ελπιδα....
Είναι εύκολο να γελάς με κάποιον που σέρνεται στα γόνατα.
Είναι εύκολο να ρίχνεις ατάκες για «εκμετάλλευση» και «αφέλεια» πίνοντας το φρεντο σου στην ασφάλεια της βεράντας σου.
Είναι εύκολο, όταν δεν σε έχει ακουμπήσει η φωτιά.
Μα αν η ζωή σου είχε βάλει το μαχαίρι εκεί που πονάει πιο βαθιά,
αν είχες κοιτάξει στα μάτια γιατρού που σου λέει «δεν υπάρχει ελπίδα»,
αν είχες δει το παιδί σου να λιώνει μέρα με τη μέρα…
τότε θα καταλάβαινες.
Ο πόνος δεν έχει πανεπιστήμιο να τον σπουδάσεις..
Δεν τον μαθαίνεις σε σεμινάρια ούτε σε βιβλία.
Σου μπαίνει μέσα με βία και δεν φεύγει ποτέ.
Σου αλλάζει το πρόσωπο, σου λιώνει την περηφάνια, σε κάνει να παρακαλάς για θαύματα — κι ας μην πίστευες ποτέ σε αυτά.
Κι αν χρειαστεί να σέρνεσαι στα γόνατα για πέντε χιλιόμετρα, το κάνεις.
Όχι γιατί πιστεύεις ότι η εικόνα είναι μαγικό κουμπί.
Αλλά γιατί δεν έχεις πια τίποτα άλλο.
Όσοι χλευάζουν, έχουν την πολυτέλεια να χλευάζουν.
Τους φύλαξε η ζωή, τους φύλαξαν τα γονίδιά τους, δεν τους έσφαξε η μοίρα,οχι ακόμα τουλάχιστον...
Και νομίζουν ότι αυτό είναι εξυπνάδα.
Μα υπάρχει μια μέρα που όλοι γινόμαστε ίσοι.
Η μέρα που ισως έρθει κι ο δικός τους σταυρός.
Κι αν τότε θυμηθουν τα λόγια που έλεγαν για τα «κορόιδα»,
ισως να θυμηθουν και κάτι ακόμη:
κανείς δεν είναι πιο μόνος από αυτόν που πονάει και δεν τον πιστεύει κανείς...."
_______
Σταύρος Ζουμπουλάκης, η αδερφή μου, εκδόσεις πόλις, σελ. 30-31:
"...εκζητούσα εκείνο το ευθέως, το παραχρήμα του θαύματος, που διάβαζα στα Ευαγγέλια. Γιατί όχι και στην πραγματικότητα αυτό που τόσο συχνά έβλεπα στα όνειρά μου, ότι η Γιούλα ήταν τελείως καλά και χαιρετούσαμε και γελούσαμε. Για το ίδιο πράγμα προσεύχονταν νύχτα μέρα ο πατέρας μου και η μάνα μου. Και περισσότερο από όλους μας προσευχόταν η ίδια η αδερφή μου, με τη βαθιά και παιδική —με την ευαγγελική σημασία της λέξης— πίστη της. Μια χρονιά, αργότερα, ταξίδεψε στην Τήνο και έκανε το προσκύνημα των απελπισμένων, πήγε γονατιστή από το λιμάνι στην Παναγία. Τρέχαν τα γόνατά τής αίμα, την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η μοκέτα που υπάρχει σήμερα. Δεν την ένοιαζε το βλέμμα του κόσμου, το σχήμα της αξιοπρέπειας.
Μου γυρίζουν πάντα τα άντερα διάφοροι αγέρωχοι προοδευτικοί που χλευάζουν αυτούς τους απελπισμένους ανθρώπους που σέρνονται στα γόνατα γυρεύοντας τη γιατρειά τους, όσοι αυτοί που αισθάνονται ανώτεροι από τη μάνα εκείνη που έχει κάνει τούτο το τάμα, για να σταθεί στα πόδια του το παράλυτο παιδί της. Περπατώντας με το κεφάλι ψηλά στη λεωφόρο της Προόδου, δεν προλαβαίνουν να κοντοσταθούν και να αναρωτηθούν τι πόνος μπορεί να δέρνει αυτούς τους ανθρώπους. Όταν πολύ αργότερα πήγα και εγώ στην Τήνο, είδα με πόσο σεβασμό περιβάλλουν οι άλλοι προσκυνητές αυτούς που πάνε στα γόνατα. Η στιγμή της εισόδου τους στην εκκλησία είναι μια ιερή στιγμή, ένα δέος δονεί την ατμόσφαιρα."
_________
Το παρακάτω κείμενο είναι από το βιβλίο, μυθιστόρημα, του Μένιου Σακελλαρόπουλου "ο χορός των συμβόλων", σελ. 104-105.
(Σημείωση, επεξήγηση δική μου: η κ. Αγγελική την προηγούμενη το βράδυ έχει μαλώσει άγρια με την κόρη της τη Θεώνη. Έτσι την άλλη ημέρα...)
"Πρώτα πήγε στην Παναγιά την Αντιφωνήτρια για να της ανάψει ένα κερί και να σταθεί βουβή μπροστά της, να της αφήσει τον πόνο και τα δάκρυά της. Κάθισε σε μία από τις εννέα ψάθινες καρέκλες κι έστρεψε το βλέμμα της στα μάτια της Παναγιάς. Μάνα ήταν κι αυτή και καταλάβαινε. Επέτρεψε στα δάκρυά της να αυλακώσουν το μαραμένο της πρόσωπο κι ύστε ρα πήγε δίπλα, στο παρεκκλήσι, στην άλλη Παναγιά, την Ελευθερώτρια, για να δώσει κι εκεί κομμάτι της ψυχής της.
Το τελευταίο, όση ψυχή τής είχε απομείνει, το φύλαξε για τον Αϊ-Γιώργη στο Πάνω Χώρι. Έπρεπε με τα πονεμένα πόδια της να περπατήσει κοντά στο ένα χιλιόμετρο και λίγο παραπάνω, αλλά αν χρειαζόταν, θα πήγαινε και γονατιστή. Θυμήθηκε ότι το είχε κάνει πριν από πολλά χρόνια, στις αρχές του γάμου της, όταν ανηφόρισε με τη μητέρα της για ένα τάμα στον άρρωστο πατέρα της. Είχε καρκίνο ο κυρ Γιώργης αλλά πάλεψε σαν θεριό κι έζησε κάμποσα χρόνια και πρόλαβε και τα δυο εγγόνια"
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου