Ο πολιτισμός αρχίζει από το βλέμμα, του Μάνου Λαμπράκη
(Η φωτογραφία είναι από την ανάρτηση)
Του Μάνου Λαμπράκη
https://www.facebook.com/share/1JJXD75GBe/
Ο Ελύτης δεν ήταν καθόλου αυτό που κατάφερε να τον κάνει ο νεοέλληνας.
Δεν ήταν καρτ ποστάλ.
Δεν ήταν «καλοκαίρι στην Ελλάδα».
Δεν ήταν ταλαιπωρημένη λεζάντα κάτω από φωτογραφία με ήλιο και θάλασσα.
Αυτά είναι τα απομεινάρια ενός λαού που πήρε το φως και το έκανε τουρισμό.
Ο Ελύτης ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο. Ήταν ένας άνθρωπος που περπάτησε μέσα στον εικοστό αιώνα και δεν δέχτηκε να παραδώσει την ψυχή του στην ασχήμια.
Αυτό έκανε.
Και μόνο αυτό φτάνει για να γίνει επικίνδυνος.
Γιατί ο άνθρωπος που επιμένει ακόμη στην καθαρότητα είναι πάντα επικίνδυνος.
Όχι ο ηθικολόγος. Ο καθαρός. Υπάρχει διαφορά.
Ο ηθικολόγος φωνάζει.
Ο καθαρός κοιτά.
Και ο Ελύτης κοίταζε.
Το Αιγαίο.
Τον ήλιο επάνω στον ασβέστη. Ένα παιδί που τρέχει ξυπόλυτο. Μια γυναίκα που τινάζει σεντόνια μέσα στον άνεμο.
Ένα τραπέζι με ψωμί, λάδι και ντομάτα.
Κι έβλεπε εκεί κάτι που σήμερα σχεδόν χάθηκε: την αξιοπρέπεια της απλότητας.
Αυτό είναι το μεγάλο ελληνικό μυστικό που χάσαμε.
Όχι τα χρήματα.
Όχι την «ανάπτυξη».
Τη λεπτότητα χάσαμε.
Την ικανότητα να νιώθουμε ιερό κάτι μικρό.
Κάποτε ο Έλληνας σήκωνε το κεφάλι και κοιτούσε ουρανό.
Τώρα κοιτά φωτισμένες οθόνες.
Κάποτε άκουγε τζιτζίκια.
Τώρα ακούει πάνελ.
Κάποτε το καλοκαίρι μύριζε θυμάρι και ιδρώτα.
Τώρα μυρίζει αντηλιακό αεροδρομίου και πλαστική ευτυχία.
Και μέσα σε όλο αυτό ο Ελύτης στέκει σχεδόν μόνος.
Σαν γέρος ναυτικός που βλέπει το πέλαγος να γεμίζει θόρυβο και φώτα και δεν μιλά πολύ πια γιατί ξέρει ότι οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν τι χάθηκε.
Γιατί αυτό που χάθηκε δεν είναι «η Ελλάδα».
Η Ελλάδα δεν είναι σημαίες και εμβατήρια.
Η Ελλάδα ήταν ένας τρόπος να πέφτει το φως πάνω στα πράγματα.
Ένας τρόπος να κάθεσαι σιωπηλά απέναντι στη θάλασσα χωρίς να θες να την αγοράσεις, να την ανεβάσεις, να την καταναλώσεις.
Ο Ελύτης ήξερε ότι ο πολιτισμός αρχίζει από το βλέμμα.
Από εκεί αρχίζουν όλα.
Από τον τρόπο που βλέπεις έναν άνθρωπο.
Ένα δέντρο.
Ένα σώμα.
Μια λέξη.
Όταν το βλέμμα χαλάσει, μετά χαλάνε όλα.
Η πολιτική.
Η γλώσσα.
Ο έρωτας.
Το σχολείο.
Η δημοκρατία.
Γιατί μετά ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τα πάντα χρηστικά.
Και τότε έρχεται η χυδαιότητα.
Η μεγάλη μεταπολιτευτική χοντράδα.
Τα μεγάλα αυτοκίνητα.
Οι μεγάλες φωνές.
Τα μικρά αισθήματα.
Η Ελλάδα που ζει μέσα στο πιο συγκλονιστικό φως του κόσμου και φωτίζεται με νέον.
Αυτό δεν θα το συγχωρούσε ποτέ ο Χατζιδάκις.
Ούτε ο Ελύτης.
Γιατί και οι δύο καταλάβαιναν ότι πίσω από την αισθητική παρακμή κρύβεται πάντα μια ηθική παρακμή.
Όταν συνηθίζεις την ασχήμια, μετά συνηθίζεις τα πάντα.
Το ψέμα.
Τη χυδαιότητα.
Την κακοποίηση της γλώσσας. Την τηλεοπτική φτήνια.
Τον άνθρωπο χωρίς εσωτερικότητα.
Και τότε αρχίζει η πραγματική παρακμή ενός λαού.
Όχι όταν φτωχαίνει.
Όταν παύει να ντρέπεται.
Κι όμως ο Ελύτης δεν έγινε ποτέ ένας γέρος που βρίζει την εποχή του.
Κράτησε μέσα του ένα παιδί.
Ένα παιδί που ακόμη πίστευε ότι ο κόσμος μπορεί να σωθεί από ένα γιασεμί τη νύχτα.
Από μια καμπάνα σε μικρό νησί. Από το φως που πέφτει αργά πάνω σε ένα πρόσωπο που αγαπάς.
Από μια γλώσσα που ακόμη ανασαίνει ελληνικά και δεν έγινε ολοκληρωτικά πλαστική.
Αυτό είναι και το πιο πολιτικό πράγμα που είπε ποτέ:
ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται όταν αποκτήσει περισσότερα.
Σώζεται όταν ξαναγίνει άξιος του φωτός του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου