Της Σαμαρείτιδος, εκπληκτικό κείμενο του Μάνου Λαμπράκη



(Κείμενο και εικόνες από την ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη)

https://www.facebook.com/share/1CwEMJC8MX/

Πόσοι άνθρωποι περνούν ολόκληρη τη ζωή τους πηγαίνοντας καθημερινά στο ίδιο πηγάδι χωρίς ποτέ να το παραδέχονται; 

Επαναλαμβάνουν τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες σχέσεις, τις ίδιες διαψεύσεις, τα ίδια διψασμένα αγγίγματα, σαν να ελπίζουν κάθε φορά ότι αυτή τη φορά το νερό δεν θα τελειώσει. Κι όμως, βαθιά μέσα τους γνωρίζουν ότι «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν». 

Αυτό ακριβώς συναντά ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα στην αυριανή ευαγγελική περικοπή. Έναν άνθρωπο εξαντλημένο από την επανάληψη της δίψας. 

Και είναι συγκλονιστικό ότι ο Κύριος δεν την πλησιάζει ως ανακριτής του βίου της, αλλά ως ένας κουρασμένος οδοιπόρος που κάθεται «ἐπὶ τῇ πηγῇ» και της λέει απλώς: «δός μοι πιεῖν». Ο Θεός εμφανίζεται πρώτα ως διψασμένος. 

Όχι ως εξουσία. Όχι ως επιτήρηση. 

Ζητά νερό πριν δώσει νερό. 

Ζητά σχέση πριν αποκαλύψει αλήθεια. 

Και εκεί αλλάζει ολόκληρη η φορά του κόσμου.

Γιατί το μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι μόνο οι αστοχίες του. Είναι ότι έχει μάθει να κρύβει τη δίψα του πίσω από αυτές. 

Να οργανώνει την ύπαρξή του γύρω από υποκατάστατα ζωής. Να πείθεται ότι ίσως η επόμενη σχέση, η επόμενη επιτυχία, η επόμενη αναγνώριση, η επόμενη κατοχή θα καταφέρει επιτέλους να γεμίσει εκείνο το άδειο σημείο που επιμένει να μένει ανοιχτό. 

Γι’ αυτό ο Χριστός δεν αρχίζει από ηθικά κηρύγματα. 

Δεν της λέει πρώτα τι έκανε λάθος. 

Της μιλά για το «ὕδωρ τὸ ζῶν». Της αποκαλύπτει ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να κατοικήσει κανείς τον εαυτό του χωρίς να περιφέρεται αδιάκοπα από πηγή σε πηγή, από υπόσχεση σε υπόσχεση, από πρόσωπο σε πρόσωπο, από διάψευση σε διάψευση. 

«Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ». 

Να η αρχή της σωτηρίας. 

Όχι η ενοχή αλλά η δωρεά. 

Όχι η αυτοαπέχθεια αλλά η συνάντηση. 

Όχι η καταβύθιση στο τραύμα αλλά η αποκάλυψη ότι το τραύμα δεν είναι το τελευταίο όνομα του ανθρώπου.

Και μόνο αργότερα, σχεδόν με αβάσταχτη λεπτότητα, έρχεται η αλήθεια του βίου της. 

«Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες». Όμως ακόμη κι εδώ ο Χριστός δεν τη συντρίβει. 

Δεν υπάρχει ειρωνεία, δεν υπάρχει διαπόμπευση, δεν υπάρχει θρησκευτικός σαδισμός. Υπάρχει μόνο ένα φως που αποκαλύπτει την αλήθεια χωρίς να ακυρώνει το πρόσωπο. 

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα στην πνευματική ζωή: να μπορεί ο άνθρωπος να σταθεί μέσα στην αλήθεια χωρίς να μισήσει τον εαυτό του. 

Γιατί κάποιες μορφές θρησκευτικότητας έμαθαν στους ανθρώπους να ζουν είτε μέσα στην αυτάρεσκη αθώωση είτε μέσα σε μια σχεδόν ναρκισσιστική αυτοκαταδίκη. 

Και τα δύο κρατούν τον άνθρωπο κλεισμένο στον εαυτό του. 

Και τα δύο είναι μορφές φυγής. 

Ο Χριστός όμως δεν ζητά ούτε τον αυτάρεσκο ούτε τον αυτομαστιγούμενο άνθρωπο. Ζητά τον αληθινό άνθρωπο. 

Και η αλήθεια στο Ευαγγέλιο δεν είναι εξευτελισμός. 

Είναι ελευθερία. 

«Οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».

Βλέπουμε επίσης κάτι σχεδόν σκανδαλώδες σε αυτή τη σκηνή. Ο Χριστός αποκαλύπτει τον εαυτό Του όχι μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικής αυτάρκειας αλλά σε μια συνομιλία που διασχίζει όλα τα όρια: εθνικά, ηθικά, κοινωνικά, λατρευτικά, υπαρξιακά. 

Οι μαθητές «ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει». 

Και όμως, εκεί ακριβώς, στο σημείο όπου ο θρησκευτικός κόσμος βλέπει ακαταλληλότητα, ο Χριστός λέει για πρώτη φορά τόσο καθαρά: «ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι». 

Σαν να μας αποκαλύπτει ότι ο Θεός εμφανίζεται πάντοτε εκεί όπου οι άνθρωποι έχουν εξαντληθεί από τις βεβαιότητές τους. 

Ότι η Χάρη δεν κατεβαίνει για να επιβραβεύσει τους σωστούς, αλλά για να συναντήσει εκείνον που ακόμη διψά αληθινά.

Γι’ αυτό και κάθε εξομολόγηση που αρχίζει από τον φόβο και τελειώνει στον φόβο έχει προδώσει το Ευαγγέλιο. 

Η εξομολόγηση δεν είναι μηχανισμός αυτοκατηγορίας. 

Βρε, είναι έξοδος από την κρυψώνα. 

Δεν είναι κατάλογος αστοχιών…

Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αντέχει να μη σκηνοθετήσει πια τον εαυτό του μπροστά σε Εκείνον που ήδη γνωρίζει και όμως δεν παύει να ζητά σχέση.

Και τότε συμβαίνει κάτι εκπληκτικό: «Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς». 

Αφήνει πίσω της το δοχείο. Δηλαδή αφήνει πίσω της ολόκληρη τη μέχρι τότε τροχιά της ανάγκης της. 

Είναι εδώ η εικόνα ενός ανθρώπου που σταματά να οργανώνει τη ζωή του μόνο γύρω από αυτό που του λείπει. 

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η γυναίκα πήγαινε καθημερινά στο φρέαρ για να αντλήσει νερό και τώρα φεύγει χωρίς το νερό αλλά γεμάτη από Λόγο. 

Δεν επιστρέφει στην πόλη ως ένοχη αλλά ως μάρτυρας. «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον». 

Η συνάντηση με τον Χριστό την ανοίγει προς τους άλλους. 

Η αλήθεια την αποστέλλει. 

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη εκκλησιολογική έκρηξη της περικοπής: μια γυναίκα του περιθωρίου γίνεται η πρώτη φωνή μιας κοινότητας που αρχίζει να κινείται προς τον Χριστό. Η Εκκλησία δεν γεννιέται μόνο από επίσημες ομολογίες, γεννιέται και από μια εγκαταλειμμένη υδρία.

Ο άνθρωπος δεν σώζεται όταν πειστεί απλώς πόσο λάθος είναι, αλλά όταν συναντήσει Εκείνον που μπορεί να μεταβάλει τη δίψα του σε πηγή. 

Ο Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει μια θρησκεία ενοχοποιημένων ανθρώπων. 

Ήρθε να ανοίξει μέσα στον άνθρωπο «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». 

Κι έτσι η Εκκλησία αρχίζει σ’ ένα πηγάδι, το μεσημέρι, με μια γυναίκα που δεν είχε τίποτε να επιδείξει παρά μόνο την αλήθεια της. 

Αρχίζει εκεί όπου η θρησκευτική βεβαιότητα ντρέπεται να σταθεί. Εκεί όπου κάποιος άφησε την υδρία του και έπαψε να κουβαλά μόνο την ανάγκη του. 

Εκεί όπου ένας κουρασμένος Θεός είπε «δός μοι πιεῖν» και ένας διψασμένος άνθρωπος έγινε πηγή.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Σας εύχομαι..", του Ζακ Μπρελ

Μάνος Λαμπράκης, συγχώρεση

Διδακτική πρόταση, της Κατερίνας Βαρελα