Ασώτου (π. Λίβυος, Μάνος Λαμπράκης)


Μάνος Λαμπράκης 

Τι είναι αυτό που πραγματικά εγκαταλείπει ο άσωτος όταν φεύγει; Φεύγει από ένα σπίτι ή από μια σχέση; 

Ζητά την περιουσία ή ζητά, χωρίς να το γνωρίζει, να ζήσει χωρίς πατέρα; Και τελικά, τι είναι εκείνο που τον φέρνει πίσω: η πείνα του σώματος ή η μνήμη μιας αγάπης που δεν έπαψε ποτέ να τον κρατά; 

Τα ερωτήματα αυτά δεν στέκονται στην άκρη της αυριανής παραβολής του Ασώτου αλλά την διαπερνούν. Γιατί η «χώραν μακράν» δεν είναι ένας τόπος γεωγραφικός, αλλά μια εσωτερική μετατόπιση, ένας χώρος υπαρξιακής αποξένωσης, όπου ο άνθρωπος δοκιμάζει να ζήσει χωρίς σχέση, χωρίς αναφορά, χωρίς πατέρα.

Ο νεότερος υιός ζητά το μερίδιό του και αυτό που ζητά στην πραγματικότητα είναι η δυνατότητα να υπάρξει μόνος. Εκεί αρχίζει η σιωπηλή του πτώση. Όχι στην ασωτία πρώτα, αλλά στην αυταπάτη ότι μπορεί να είναι αυτάρκης. Και όταν όλα διασκορπίζονται, όταν η επιθυμία εξαντλείται και η ύπαρξη στεγνώνει, τότε έρχεται η πιο δραματική στιγμή: «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν». Σαν να επιστρέφει ο άνθρωπος στο κέντρο της ύπαρξής του, σε έναν τόπο εσωτερικής μνήμης όπου αναδύεται ξανά η σχέση που τον συγκροτούσε. Εκεί, μέσα στην έλλειψη, αρχίζει να αναγνωρίζει όχι μόνο την πείνα του, αλλά και την απώλεια της ταυτότητάς του. Και τότε γεννιέται ο λόγος της επιστροφής: «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου». Δεν είναι μόνο μια απόφαση, είναι μια βαθιά υπαρξιακή στροφή.

Η μετάνοια του ασώτου έχει μέσα της φόβο και ταπείνωση. «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου», λέει μέσα του πριν ακόμη φτάσει. Και συνεχίζει: «οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος παραιτείται από κάθε αξίωση, από κάθε απαίτηση δικαιώματος, και ζητά απλώς να σταθεί κάπου κοντά. Σχεδόν σαν να φοβάται την ίδια την αγάπη που άφησε πίσω του. Κι όμως, η αγάπη αυτή δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

Γιατί ο πατέρας τον βλέπει πριν ακόμη φτάσει. «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη». Δεν περιμένει εξηγήσεις. Δεν ζητά αποδείξεις. Τρέχει προς αυτόν, τον αγκαλιάζει, τον καταφιλεί. Η κίνηση αυτή προηγείται του λόγου, προηγείται της εξομολόγησης, προηγείται της αποκατάστασης. Και όταν ο υιός αρχίζει να λέει όσα είχε ετοιμάσει, ο πατέρας τον διακόπτει σχεδόν με την αγάπη του: «ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν», «δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ». Δεν τον δέχεται ως μισθωτό. Τον επαναφέρει στην υιότητα. Τον ξανακάνει παιδί.

Και τότε ακούγεται ο λόγος που στέκει στο κέντρο όλης της παραβολής: «ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». Δεν πρόκειται απλώς για μια επιστροφή. Πρόκειται για μια ανάσταση. Ο άνθρωπος που απομακρύνεται από τη σχέση με τον Θεό ζει μια μορφή θανάτου, και η επιστροφή του είναι μια νέα γέννηση, μια αποκατάσταση της ζωής.

Και όμως, η παραβολή δεν τελειώνει εδώ. Εμφανίζεται ο πρεσβύτερος υιός. Δεν έφυγε ποτέ, αλλά η καρδιά του έμεινε έξω από τη χαρά. Η παρουσία του αποκαλύπτει μια άλλη μορφή απομάκρυνσης, πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική. Ζει μέσα στο σπίτι, αλλά χωρίς να βιώνει την αγάπη ως δωρεά. Και όταν ακούει για την επιστροφή του αδελφού, η καρδιά του γεμίζει οργή. Ο πατέρας βγαίνει και προς αυτόν, όπως βγήκε και προς τον άσωτο, και του λέει: «τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν».

Εδώ, στο τέλος, η παραβολή γίνεται σχεδόν καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής. Μέσα μας υπάρχει ο άσωτος που φεύγει και χάνεται, αλλά υπάρχει και ο πρεσβύτερος που μένει και σκληραίνει. Και προς τους δύο ο πατέρας κινείται. Ο ένας επιστρέφει μέσα από την πτώση ενώ ο άλλος καλείται να επιστρέψει μέσα από τη χαρά. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας δεν είναι απλώς να ξαναμπεί κανείς στο σπίτι, αλλά να αναγνωρίσει ότι πάντοτε υπήρχε μια αγάπη που τον περίμενε, μια φωνή που τον καλούσε, ένας πατέρας που έβλεπε από μακριά και σπλαγχνιζόταν.


https://www.facebook.com/share/p/18DLygnFvP/

___________


Π. Λίβυος 

Σήμερα δεν χωράει πουθενά το λάθος μας .

Δεν χωράει πουθενά η αδυναμία και η πτώση μας. 

Η κοινωνία μας είναι φτιαγμένη για τους δυνατούς.

Για τους αποδοτικούς.

Για εκείνους που «αντέχουν».

Για μηχανές που δουλεύουν όλη μέρα και ξεχνούν να ζήσουν.


Και αν κουραστείς;

Αν σπάσεις;

Αν αρρωστήσεις;

Αν πέσεις;

Σου λένε:

«Μπορείς.»

«Γίνε καλύτερος.»

«Δούλεψε περισσότερο.»

«Μην είσαι αδύναμος.»

Μα κανείς δεν ρωτά εάν αντέχεις, εάν μπορείς, εάν φοβάσαι και πονάς. 

Τα παιδιά μας είναι κουρασμένα πριν καν ζήσουν. 


Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο των ισχυρών

έρχεται ο Χριστός και μιλά για έναν Θεό Πατέρα που τρέχει προς τον χαμένο.Τον Άσωτο. Τον αμαρτωλό και εξαντλημένο. 


Που αγκαλιάζει τον λερωμένο.

Που δεν ζητά εξηγήσεις.

Δεν ζητά αποδείξεις.

Δεν ζητά διορθώσεις.

Μόνο εσένα.

Όπως είσαι.


Ο Άσωτος δεν γύρισε δυνατός.

Γύρισε πεινασμένος.

Τσακισμένος. Κουρελιασμένος. 

Άδειος.

Και αυτό ήταν αρκετό για να γίνει γιορτή.


Γιατί για τον Θεό δεν σώζονται οι τέλειοι.

Σώζονται οι κουρασμένοι.

Οι πληγωμένοι.

Οι χαμένοι που τόλμησαν να επιστρέψουν.

Αν νιώθεις ότι δεν χωράς στον κόσμο αυτό,

να ξέρεις: χωράς στην αγκαλιά Του.

Και αυτή είναι αρκετή για να ξαναρχίσει η ζωή.


-π. Λίβυος- Ασώσου Υιού


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Σας εύχομαι..", του Ζακ Μπρελ

Μάνος Λαμπράκης, συγχώρεση

Διδακτική πρόταση, της Κατερίνας Βαρελα