Κατερίνα Γώγου, ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη


(η φωτογραφία είναι από την ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη στο προφίλ του στο Facebook)

_____________________________

Κατερίνα Γώγου, ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη 

https://www.facebook.com/share/1BGCJGPnov/

"Δεν ξέρω να μιλάω. Μη μου ζητάτε να μιλάω όμορφα. Όταν μιλούσα, έβγαινε πάντα κάτι μισό, κάτι στραβό, κάτι που οι άλλοι το έπιαναν απ’ την άκρη και το έκαναν ετικέτα. Γι’ αυτό έγραφα. Επειδή είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να κρατάω κλειστό το στόμα. Επειδή μέσα μου γινόταν φασαρία, κι απέξω όλοι ήθελαν χαμόγελο, πόζα, ρόλο, απάντηση, συνέντευξη. Εγώ δεν είχα απαντήσεις. Είχα μια κοτρόνα στο στήθος και ένα λευκό χαρτί μπροστά μου. Αν δεν έγραφα, θα έκανα πράγματα που φοβόμουν κι εγώ η ίδια.

Με έβαλαν στο σανίδι από παιδί. Πέντε χρονών. Πριν μάθω καλά καλά τι θα πει σώμα δικό μου, το σώμα μου είχε ήδη γίνει θέαμα. Έπαιξα, γέλασα, χόρεψα, στάθηκα δίπλα σε μεγάλους ανθρώπους, σε μεγάλα ονόματα, σε σκηνές, σε κάμερες, σε φώτα. Αλλά το φως της σκηνής καμιά φορά είναι πιο σκοτεινό από υπόγειο. Σε βλέπουν όλοι και δεν σε βλέπει κανείς. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα σε ρόλους που δεν χωρούσαν αυτό που κουβαλούσα.

Για τους θεατρικούς έγινα ποιήτρια. Για τους ποιητές έμεινα θεατρίνα. Ωραία παγίδα. Να μη σε αφήνουν πουθενά ολόκληρη. Να σε βάζουν πάντα σε μια λέξη μικρότερη από σένα. Αναρχική θεατρίνα, είπαν. Πρεζάκικα ποιήματα, είπαν. Κι εγώ ήθελα μόνο να πω πως ο άνθρωπος πονάει. Πως ο άνθρωπος πεινάει. Πως ο άνθρωπος σαπίζει στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στα τρελάδικα, στα σπίτια με κλειστά παντζούρια. Πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον κάνει σκουπίδι.

Το πρώτο βιβλίο δεν το έγραψα για να γίνω συγγραφέας. Το έγραψα γιατί δεν γινόταν αλλιώς. Έσπαγαν τα μολύβια, έσπαγαν τα στυλό, έσπαγαν τα νεύρα μου. Δεν είχα «έμπνευση». Είχα αγανάκτηση για το κακό και αγάπη για τη ζωή. Αυτά τα δύο μαζί είναι εκρηκτικό πράγμα. Αν έχεις μόνο αγανάκτηση, γίνεσαι δήμιος. Αν έχεις μόνο αγάπη, γίνεσαι ψεύτης. Εγώ τα είχα και τα δύο και με έκαιγαν.

Οι συνεντεύξεις ήταν λούμπα. Στριπτίζ μπροστά σε μάτια που ήθελαν να δουν αίμα και να το κάνουν στήλη εφημερίδας. Δεν πίστεψα ποτέ πως θα ανατρέψω τον αστικό Τύπο με επαναστατικές απαντήσεις. Αυτά είναι παραμύθια για όσους θέλουν να αισθάνονται καθαροί μέσα στη βρωμιά. Μιλούσα μόνο όταν έπρεπε να φωνάξω για κάποιον άλλον. Για κρατούμενους. Για καταστολή. Για απεργίες πείνας. Για ανθρώπους που τους είχαν ήδη πετάξει έξω από τη γλώσσα.

Με έψαξαν για όπλα. Σαν να μην ήξεραν πως το μόνο όπλο που είχα ήταν αυτή η τρέλα να αγαπάω τον άνθρωπο ακόμη κι όταν ο άνθρωπος γινόταν τέρας. Στις διαδηλώσεις μου πετούσαν απειλές. Φοβόμουν τους φασίστες της Κυψέλης. Δεν ντρέπομαι που το λέω. Ο φόβος δεν μείωσε ποτέ κανέναν. Το ζήτημα είναι τι κάνεις με τον φόβο σου. Εγώ τον έκανα λέξεις. Άλλοτε πέτρες. Άλλοτε σιωπή. Άλλοτε ένα όχι που δεν ήξερε να σωπάσει.

Η τέχνη για μένα δεν ήταν σαλόνι. Δεν ήταν προνόμιο των ειδικών, των διανοούμενων, των επιτροπών, των ανθρώπων που ξέρουν να μιλούν για τον πόνο χωρίς να λερώνουν τα παπούτσια τους. Η τέχνη είναι έρωτας. Και ο έρωτας είναι δικαίωμα όλων. Να αγαπήσεις τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου. Να τον αγαπήσεις όχι για να τον χαϊδέψεις, αλλά για να μπορέσεις επιτέλους να δεις και τον διπλανό σου. Να πεις: είμαστε εδώ. Διαλυμένοι, ναι. Αλλά εδώ.

Μην ψάχνετε στα ποιήματά μου μόνο απελπισία. Βολεύει αυτό. Βολεύει να με κάνετε σκοτεινή, καταραμένη, αυτοκαταστροφική, για να μην ακούσετε το άλλο. Κάτω από τις λέξεις υπήρχε πάντα ένα κουκούτσι ζωής. Μικρό, πεισματάρικο, σχεδόν γελοίο μέσα σε τόση καταστροφή. Αλλά υπήρχε. Η τέχνη αγαπάει τη ζωή με έρωτα απεγνωσμένο. Όχι ήρεμα. Όχι κόσμια. Την αγαπάει όπως αγαπάει κάποιος που ξέρει ότι μπορεί να τη χάσει.

Ναι, έγραφα για να μην τρελαθώ. Έγραφα για να μην αυτοκτονήσω. Και ναι, τις νύχτες με γοήτευαν εκείνοι που διάλεξαν τον δρόμο χωρίς επιστροφή. Δεν θα απολογηθώ για την αντίφαση. Αυτή ήμουν. Ένας άνθρωπος που ήθελε να ζήσει και κοιτούσε συνεχώς προς την έξοδο. Ένας άνθρωπος εναντίον της αυτοκτονίας, επειδή ήξερε πολύ καλά πόσο κοντά μπορεί να σταθεί κανείς στο χείλος. Δεν μιλάς έτσι για τη ζωή αν δεν έχεις κοιτάξει τον θάνατο κατάματα.

Όταν έφυγε ο Νικόλας, κάτι μέσα μου λύσσαξε. Τον αγαπούσα, τον καταλάβαινα, και όμως ένιωσα πως μου έδειξε ασυνέπεια. Μπορεί να ακούγεται σκληρό. Αλλά εγώ ήμουν μαχήτρια, παρά τα χάλια μου. Δεν ήθελα να χαρίσω στον θάνατο ούτε έναν ακόμη άνθρωπο. Η μοναξιά της πρωτοπορίας είναι άγρια. Στην αρχή σε τρώει. Μετά, αν αντέξεις, γίνεται ελευθερία. Αλλά πρέπει να αντέξεις. Να πας ψηλά και να μη ζητήσεις από κανέναν να σε σώσει.

Στάθηκα στη σιωπή για να ακούσω τη σιωπή μου. Αυτό δεν είναι ωραία φράση. Είναι μαχαίρι. Γιατί η σιωπή σου δεν σου λέει πάντα πράγματα που αντέχονται. Σου δείχνει τη φτώχεια σου, τη δειλία σου, τη ζήλια σου, την ανάγκη σου να αγαπηθείς, τα χάλια σου, το παιδί που έμεινε μέσα σου μελανιασμένο. Κι όμως, μόνο από εκεί μπορείς να ξαναπείς «εμείς» χωρίς να λες ψέματα.

Αν κάτι άφησα πίσω μου, δεν είναι μύθος. Να τους φοβάστε τους μύθους. Τρώνε τους ανθρώπους και αφήνουν αφίσες. Άφησα λίγες λέξεις για όποιον νιώθει πως δεν χωράει. Για όποιον τον είπαν τρελό, βρόμικο, επικίνδυνο, υπερβολικό, αποτυχημένο. Για όποιον ξέρει πως ο άνθρωπος είναι ένας ήλιος που καίγεται από μόνος του. Κι όμως περπατάει. Ολομόναχος μέσα στον χρόνο, φτιαγμένος από αστερόσκονη και από συντρίμμια, με την τέχνη άρρωστο και γιατρό μαζί."

H Κατερίνα Γώγου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"Σας εύχομαι..", του Ζακ Μπρελ

Ασπασμός της ειρήνης. video-φύλλο εργασίας από το notebook lm

Μάνος Λαμπράκης, συγχώρεση