Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, του Μάνου Λαμπράκη
(Κείμενο και εικόνα από την ανάρτηση στο facebook)
https://www.facebook.com/share/p/1bpwErbZph/
«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»
Του Μάνου Λαμπράκη
Κάθε μεγάλη ευαγγελική περικοπή αποκαλύπτει μία κρυμμένη ασθένεια του ανθρώπου. Όχι ένα ηθικό παράπτωμα, όχι μία εξωτερική συμπεριφορά, αλλά έναν τρόπο κατοίκησης του κόσμου.
Η αυριανή περικοπή δεν αφορά πρωτίστως το χρήμα, την εργασία ή την καθημερινή φροντίδα.
Αφορά κάτι βαθύτερο.
Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με το μέλλον.
Αφορά τη μυστική του σχέση με τον φόβο.
Αφορά την αθέατη πεποίθηση ότι βρίσκεται μόνος μέσα στον κόσμο και ότι η ύπαρξή του εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική του ικανότητα να προβλέπει, να αποθηκεύει, να ελέγχει, να προφυλάσσεται.
Γι’ αυτό ο Χριστός δεν ξεκινά από τα χέρια του ανθρώπου αλλά από τα μάτια του. Δεν ξεκινά από την οικονομία του βίου αλλά από την οικονομία του βλέμματος.
«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστὶν ὁ ὀφθαλμός».
Στην πατερική παράδοση, ο οφθαλμός δεν είναι όργανο όρασης αλλά όργανο αλήθειας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος ερμηνεύει τον κόσμο. Ο «ἁπλοῦς ὀφθαλμός» δεν είναι ο αφελής άνθρωπος.
Είναι ο αδιαίρετος άνθρωπος. Εκείνος που δεν έχει διασπαστεί εσωτερικά από ανταγωνισμούς, υπολογισμούς, συγκρίσεις και φόβους.
Ο άνθρωπος του οποίου η καρδιά παραμένει ενωμένη.
Αντίθετα, ο πονηρός οφθαλμός δεν βλέπει απλώς λανθασμένα. Βλέπει τον κόσμο ως απειλή. Βλέπει τον συνάνθρωπο ως ανταγωνιστή.
Βλέπει το μέλλον ως κίνδυνο. Βλέπει τον Θεό ως απουσία.
Έτσι η ύπαρξη βυθίζεται σε ένα σκοτάδι που δεν προέρχεται από την έλλειψη φωτός αλλά από την παραμόρφωση του βλέμματος.
Η μεγάλη βιβλική τραγωδία αρχίζει ακριβώς εκεί.
Στον Παράδεισο ο άνθρωπος δεν χάνει πρώτα την αθανασία του. Χάνει πρώτα την εμπιστοσύνη του.
Παύει να βλέπει τον Θεό ως Πατέρα και αρχίζει να Τον βλέπει ως αντίπαλο.
Από εκείνη τη στιγμή εισέρχεται στον κόσμο η μέριμνα.
Όχι ως υπευθυνότητα αλλά ως υπαρξιακή καχυποψία.
Ως η αίσθηση ότι τίποτε δεν αρκεί, τίποτε δεν είναι ασφαλές, τίποτε δεν εγγυάται την ύπαρξή μας.
Η μέριμνα γίνεται η καθημερινή μορφή της πεπτωκυίας συνείδησης.
Γι’ αυτό ο Χριστός μιλά αμέσως μετά για τον Μαμωνά.
Η Εκκλησία ποτέ δεν ταύτισε τον Μαμωνά απλώς με τα χρήματα. Ο Μαμωνάς είναι η πνευματική ψευδαίσθηση ότι η ζωή μπορεί να θεμελιωθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από τη σχέση με τον Θεό.
Είναι η λατρεία της αυτάρκειας. Είναι η πίστη ότι η σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί μέσω της συσσώρευσης.
Γι’ αυτό και ο Μαμωνάς παραμένει απολύτως σύγχρονος. Δεν κατοικεί μόνο στις τράπεζες. Κατοικεί στα βιογραφικά μας. Στις αναρτήσεις μας.
Στις διαρκείς αποδείξεις επιτυχίας που απαιτούμε από τον εαυτό μας.
Στην ψευδαίσθηση ότι αν αποκτήσουμε ακόμη λίγο περισσότερο έλεγχο, ακόμη λίγη περισσότερη αναγνώριση, ακόμη λίγη περισσότερη ασφάλεια, τότε θα ησυχάσουμε.
Αλλά δεν ησυχάζουμε ποτέ.
Γιατί ο φόβος δεν χορταίνει.
Και εδώ αποκαλύπτεται κάτι εξαιρετικά επίκαιρο.
Η εποχή μας δεν παράγει κυρίως αγαθά.
Παράγει αγωνία.
Ολόκληρη η οικονομία της επιθυμίας στηρίζεται στην καλλιέργεια μιας μόνιμης αίσθησης ανεπάρκειας.
Ο άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται συνεχώς ότι υπολείπεται.
Ότι υστερεί.
Ότι κινδυνεύει να μείνει πίσω. Ότι δεν είναι αρκετά όμορφος, αρκετά επιτυχημένος, αρκετά νέος, αρκετά ασφαλής.
Έτσι η μέριμνα μετατρέπεται σε καύσιμο του πολιτισμού.
Η αγορά χρειάζεται την αγωνία όπως η φωτιά χρειάζεται το οξυγόνο.
Η περικοπή όμως πηγαίνει ακόμη βαθύτερα.
Κάτω από κάθε μέριμνα κρύβεται μία άλλη, μεγαλύτερη.
Κάτω από κάθε φόβο για το χρήμα κρύβεται ο φόβος της απώλειας.
Κάτω από κάθε αγωνία για το σώμα κρύβεται η εμπειρία της φθοράς.
Κάτω από κάθε προσπάθεια ελέγχου του μέλλοντος κρύβεται η αδυναμία μας να συμφιλιωθούμε με τη θνητότητα. Η μεγαλύτερη μέριμνα του ανθρώπου δεν είναι τι θα φάει αύριο.
Είναι ότι γνωρίζει πως δεν είναι αιώνιος. Όλες οι μικρές αγωνίες είναι παραπόταμοι αυτού του μεγάλου ποταμού.
Γι’ αυτό τα λόγια του Χριστού αποτελούν μία θεολογία ελευθερίας απέναντι στον θάνατο.
Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται τον Πατέρα παύει να διαπραγματεύεται διαρκώς την ύπαρξή του.
Παύει να προσπαθεί να αγοράσει αθανασία μέσω της επιτυχίας, της κατοχής ή της κοινωνικής αναγνώρισης.
Ανακαλύπτει ότι η ζωή του προηγείται κάθε επιτεύγματος. Ότι η αξία του δεν παράγεται αλλά χαρίζεται.
Ο Χριστός δεν προτείνει μία ειδυλλιακή επιστροφή στη φύση. Προτείνει μία άλλη οντολογία.
Τα πουλιά δεν αγωνίζονται να αποδείξουν ότι δικαιούνται να υπάρχουν.
Τα κρίνα δεν επιδιώκουν να κατασκευάσουν ταυτότητα.
Δεν ζουν μέσα στο δράμα της αυτοδικαίωσης.
Δέχονται την ύπαρξη ως δώρο. Αυτό ακριβώς έχει χάσει ο σύγχρονος άνθρωπος.
Όχι την πίστη σε κάποια δόγματα αλλά την εμπειρία της δωρεάς.
Ζει σαν να οφείλει καθημερινά να αποδεικνύει ότι αξίζει να αγαπηθεί.
Και τότε έρχεται η πιο ανατρεπτική λέξη ολόκληρης της περικοπής.
«Πρῶτον».
Όχι μόνο.
Πρώτον.
Μία μόνο λέξη αρκεί για να ανατρέψει κάθε θρησκευτικό φανατισμό αλλά και κάθε κοσμική ειδωλολατρία.
Ο Χριστός γνωρίζει ότι ο άνθρωπος θα εργαστεί, θα κουραστεί, θα αρρωστήσει, θα αγωνιστεί, θα μεγαλώσει παιδιά, θα πληρώσει λογαριασμούς, θα βιώσει αβεβαιότητες.
Δεν ζητά φυγή από τον κόσμο. Ζητά αποκατάσταση της τάξης των πραγμάτων.
Το μεγάλο δράμα του σύγχρονου ανθρώπου δεν είναι ότι αρνήθηκε τον Θεό.
Είναι ότι όλα τα άλλα έγιναν πρώτα.
Πρώτη η καριέρα.
Πρώτη η εικόνα.
Πρώτη η απόδοση.
Πρώτη η κοινωνική αποδοχή.
Πρώτη η οικονομική ασφάλεια.
Πρώτος ο φόβος.
Και κάπου στο τέλος, όταν περισσέψει χρόνος, χώρος ή ενέργεια, αναζητείται και ο Θεός.
Η ευαγγελική πρόταση είναι ακριβώς η αντίστροφη.
Όχι περισσότερο θρησκευτικός χρόνος αλλά διαφορετικό κέντρο βάρους.
Η Βασιλεία δεν είναι μία ακόμη προτεραιότητα ανάμεσα σε άλλες.
Είναι εκείνο που δίνει νόημα σε όλες τις υπόλοιπες.
Είναι το σημείο από το οποίο φωτίζονται τα πάντα.
Όταν χαθεί αυτό το κέντρο, ακόμη και οι ευλογίες μετατρέπονται σε βάρη.
Όταν όμως βρεθεί ξανά, ακόμη και οι δυσκολίες παύουν να έχουν τον τελευταίο λόγο.
Έτσι, η αυριανή περικοπή δεν θέτει τελικά το ερώτημα αν έχουμε πίστη.
Θέτει ένα πολύ πιο απαιτητικό ερώτημα: ποιο είναι το πρώτο πράγμα στη ζωή μας;
Ποια πραγματικότητα οργανώνει όλες τις άλλες;
Ποιος είναι ο κρυφός κύριος της καρδιάς μας;
Γιατί εκεί όπου βρίσκεται το «πρῶτον» του ανθρώπου, εκεί βρίσκεται και ο αληθινός του θεός.
Και εκεί κρίνεται όχι μόνο η πνευματική του κατάσταση, αλλά ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο κατοικεί τον κόσμο, αντιμετωπίζει τον θάνατο, αγαπά τους ανθρώπους και ελπίζει για το μέλλον.
Αυτό είναι το πραγματικά σκανδαλώδες βάθος της ευαγγελικής περικοπής: ότι δεν ζητά από τον άνθρωπο να προσθέσει τον Θεό στη ζωή του, αλλά να ξαναχτίσει ολόκληρη τη ζωή του γύρω από Εκείνον.
Και αυτό παραμένει η πιο δύσκολη, η πιο απελευθερωτική και η πιο ανατρεπτική πρόταση του Ευαγγελίου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου